[Ποστ αναδρομικόν και παραληρηματικόν. Ενδεχομένως και επίκαιρον.]
Παραθέτω αρχικά το μουσικό χαλί με τη βοήθεια του γιουτούμπ. Το βρήκα και σε βίδεο με κολλάζ φωτογραφιών, αλλά προσωπικά θα το αναδείκνυα καλύτερα [σήψη, χελπ]. Επίσης, το βλόγερ μου βγάζει το βίδεο δύο φορές, δεν ξέρω γιατί. Μάλλον παρατείνει την απόλαυση.
Είναι απ'τις ώρες που με λέω μαλάκα. Ή απ'τις ώρες που απλά συνειδητοποιώ το μέγεθος και το μεγαλείο της μαλακίας μου. Πολλές φορές τη μαλακία μου την έπνιξα μέσα στην ασφάλεια μίας αιτιολόγησης βάσει του ζωδίου μου. Δηλαδή, πόσο πιο μαλάκας;
Και τώρα, στην Πανόρμου, απόγευμα Σαββάτου, μόνος μου, πηγαίνοντας προς το μετρό.. Περιπλανόμενος και με την υποτυπώδη βροχή-ψεκασμό, δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο απ'το να σκέφτομαι. Προσπαθώ να βρω έναν τρόπο να υπολογίσω τη μαλακία που με δέρνει, τη δυσλειτουργία που προωθώ σαν άποψη, το λόγο που δε λέω αυτά που θέλω την ώρα που θέλω και μπορώ.
Μπορώ; Η Δρούζα μπορεί. Η Δρούζα είναι υδροχόος. Άρα μπορώ κι εγώ. [βλακώδης συνειρμός Νο1]
Είχα πολλά να ρωτήσω, όχι από διάθεση για μελλοντικό κουτσομπολιό, αλλά από ενδιαφέρον. Ναι ναι, ενδιαφέρομαι. Αντ'αυτού, από αμηχανία, περηφάνια και προκατά(θ)ληψη αρκέστηκα στη Μιμή Ντενίση-περσόνα μου και απάντησα σε ό,τι με ρώτησες με χαμόγελο, μπρίο και τσαχπινιά. Φευ, εγώ μόνο ξέρω τι σκεφτόμουν και τι σκέφτομαι. Τελικά θα μου βγει σε καρκίνο, το φοβάμαι. Θα ξυπνήσω ένα πρωί και θα πω καλημέρα στην κύστη που θα μου έχει φυτρώσει στο μπούτι. Διότι σιγά μη βγάλω όγκο σε φυσιολογικό μέρος.
Πόσο μεγάλη είναι η Πανόρμου; Νομίζω ότι εκουσίως, προσπέρασα το σταθμό του μετρό. Γαμώ την αποδιοργάνωσή μου -και είμαι σίγουρος ότι έχω πάλι την έκφραση της κατάθλας και της υπαρξιακής αγωνίας, λες και γεννήθηκα από παρτούζα μεταξύ Κοκτώ, Σαρτρ, Κίρκεγκωρ και Καμύ.
Κρυώνω. Θέλω να πω τόσα πολλά πράγματα μα χρειάζομαι απλώς μία συγκατάθεση. Ίσως.. ναι, ίσως είναι φόβος. Ο φόβος του κενού, της μη ανταπόδωσης. Μπορεί κι ο κρότος που κάνει στα υπερευαίσθητα -πλέον- αυτιά μου μία προσπάθεια που σκάει στο πάτωμα -όπως τρομάζω και με τις βροντές και με κάθε οξύ θόρυβο, από παιδί. Αλλά τι σημασία έχει η προσπάθεια.. Μετράει το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα είναι ένας μαλάκας που κάθεται απέναντί σου και κάνει χαριτωμένες (;) γκριμάτσες, πετάει ατάκες για να κρατήσει το έθιμο, κρατώντας συνάμα μέσα του ό,τι θέλει όντως να σου πει.
Πίπες. Μετά γυρνάω, τα γράφω σε χαρτί και τα καταχωνιάζω ή τα καίω ή τα ανακυκλώνω -γιατί σέβομαι και την πράσινη ανάπτυξη- ή γράφω στο βλογ και δεν τα αναρτώ ποτέ.
Το 2012 τελειώνει ο κόσμος. Αυτό έλεγε τουλάχιστον το τρόλεϋ που πέρασε από μπροστά μου πριν από λίγο. Προλαβαίνω να αρχίσω να μιλάω έστω και κουτσά στην αρχή; Θα πάρω μπρος πριν το 12, το υπόσχομαι.
Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009
Μας απειλείς, μωρή;
Τίτλος του νέου δίσκου της [προσκυνώ] Χαρούλας: Όπου και να'σαι, η αγάπη θα σε βρει.
Δε θα'θελα. Είσαι καλά, τέτοιες μέρες που και τη σκιά μου αν μπορούσα, θα την έδιωχνα; Είναι απειλητικός τίτλος, ας το δούμε αντικειμενικά.
Τη Χαρούλα την αγαπώ -τι την αγαπώ, δηλαδή, στην πίστα ν'ανέβω να σκίσω βρακί και να της το δώσω. Αν είχα σουτιέν, θα το'σκιζα κι αυτό. Αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα σ'αυτή τη ζωή.
Ο τίτλος με τρομάζει. Θέλω, βρε αγάπη μου, να ηρεμήσω, άσε με. Αυτή εκεί, επιμένει. Όπου και να'σαι, σου λέει, αυτή η ρουφιάνα θα σε βρει. Βρε δε θέλω, βρε δεν μπορώ, αυτή εκεί. Ε δε θέλω. Βάλε κι εσύ, αιγόκερως πράμα, έναν τίτλο πιο προσφιλή σε καρδιοπαθείς. Θα σου πεθάνει το κοινό κι από του χρόνου σε βλέπω να ρίχνεις πασιέντζες. Τρέμω την ώρα και τη στιγμή που θα στρίψω στη Σκουφά και θα καραδοκεί η καριόλα [η αγάπη] στη γωνία:
-Μπου!
-Α σιχτίρ σαφρακιασμένη, μου'κοψες τα ήπατα!
-Γεια σου!
-Της γιαγιάς σου! Αν θες να με κλέψεις, να ξέρεις λεφτά δεν έχω. Ήμουν για καφέ και μπριός με τη Σήψη πριν και ξώμεινα.
-Δε θέλω λεφτά.
-Μη σώσεις. Έχω μια ενυδατική -δείγμα, μη φανταστείς- της απιβίτα. Ντου γιου;
-Δε θέλω ενυδατική.
-Λίγο σπασμένη σε βλέπω πάντως. Πίνεις νερό;
-Δε θέλω νερό.
-Χέστηκα.
-Δε θέλω σκατά.
-Αυτό άσε με να το κρίνω εγώ. Βγες και ρώτα τι γίνεται με την πάρτη σου και μετά έλα να μου πεις τι θες και τι δε θες.
-Δε θέλω ερωτήσεις.
-Με νοιάζει; Βγάλε και τρίτο βυζί, δε με αφορά.
-Δε θέλω βυζί.
-Από κάτι τέτοια θα μείνεις στο ράφι μια ζωή.
-Δε θέλω ράφι.
-Πάρε κομοδίνο.
-Δε θέλω να πάρω.
-Ε τότε δώσε.
-Δε θέλω να δώσω.
-Με δουλεύεις;
-Δε θέλω δουλειά.
-Τι θες επιτέλους;
-Την καρδιά σου.
-Δε μας γαμάς;
-Δε θέλω γάμο.
-Είσαι ηλίθια.
-Δεν παίρνω λίθιο.
-Και κουφή.
-Γκουφύ;
-Κουφή.
-Τροφή;
-ΚΟΥΦΗ!
-Μη με λες κοντή.
..Μαζεύτε την, ειλικρινά.
Παρεμπιπτόντως, εννοείται ότι για το δίσκο δεν έχω να πω τίποτα, γιατί πολύ απλά δεν τον έχω ακούσει. Αλλά είπαμε, τη Χαρούλα την αγαπώ. Είναι δεδομένο.
[Μία απορία μου. Τον επόμενο δίσκο της θα τον λένε "πήγαινε τοίχο-τοίχο" ή θα είναι πολύ κλισέ;]
[Επίσης, προσπαθώ να μάθω τον κοινωνικό κώδικα του βλόγειν. Ως τότε, σας αγαπώ για το σαπόρτ και ξέρετε, υδροχόος γαρ, προς το παρόν σας σχολιάζω νοητά γιατί ντρέπομαι. Ναι, εγώ ντρέπομαι.]
Δε θα'θελα. Είσαι καλά, τέτοιες μέρες που και τη σκιά μου αν μπορούσα, θα την έδιωχνα; Είναι απειλητικός τίτλος, ας το δούμε αντικειμενικά.
Τη Χαρούλα την αγαπώ -τι την αγαπώ, δηλαδή, στην πίστα ν'ανέβω να σκίσω βρακί και να της το δώσω. Αν είχα σουτιέν, θα το'σκιζα κι αυτό. Αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα σ'αυτή τη ζωή.
Ο τίτλος με τρομάζει. Θέλω, βρε αγάπη μου, να ηρεμήσω, άσε με. Αυτή εκεί, επιμένει. Όπου και να'σαι, σου λέει, αυτή η ρουφιάνα θα σε βρει. Βρε δε θέλω, βρε δεν μπορώ, αυτή εκεί. Ε δε θέλω. Βάλε κι εσύ, αιγόκερως πράμα, έναν τίτλο πιο προσφιλή σε καρδιοπαθείς. Θα σου πεθάνει το κοινό κι από του χρόνου σε βλέπω να ρίχνεις πασιέντζες. Τρέμω την ώρα και τη στιγμή που θα στρίψω στη Σκουφά και θα καραδοκεί η καριόλα [η αγάπη] στη γωνία:
-Μπου!
-Α σιχτίρ σαφρακιασμένη, μου'κοψες τα ήπατα!
-Γεια σου!
-Της γιαγιάς σου! Αν θες να με κλέψεις, να ξέρεις λεφτά δεν έχω. Ήμουν για καφέ και μπριός με τη Σήψη πριν και ξώμεινα.
-Δε θέλω λεφτά.
-Μη σώσεις. Έχω μια ενυδατική -δείγμα, μη φανταστείς- της απιβίτα. Ντου γιου;
-Δε θέλω ενυδατική.
-Λίγο σπασμένη σε βλέπω πάντως. Πίνεις νερό;
-Δε θέλω νερό.
-Χέστηκα.
-Δε θέλω σκατά.
-Αυτό άσε με να το κρίνω εγώ. Βγες και ρώτα τι γίνεται με την πάρτη σου και μετά έλα να μου πεις τι θες και τι δε θες.
-Δε θέλω ερωτήσεις.
-Με νοιάζει; Βγάλε και τρίτο βυζί, δε με αφορά.
-Δε θέλω βυζί.
-Από κάτι τέτοια θα μείνεις στο ράφι μια ζωή.
-Δε θέλω ράφι.
-Πάρε κομοδίνο.
-Δε θέλω να πάρω.
-Ε τότε δώσε.
-Δε θέλω να δώσω.
-Με δουλεύεις;
-Δε θέλω δουλειά.
-Τι θες επιτέλους;
-Την καρδιά σου.
-Δε μας γαμάς;
-Δε θέλω γάμο.
-Είσαι ηλίθια.
-Δεν παίρνω λίθιο.
-Και κουφή.
-Γκουφύ;
-Κουφή.
-Τροφή;
-ΚΟΥΦΗ!
-Μη με λες κοντή.
..Μαζεύτε την, ειλικρινά.
Παρεμπιπτόντως, εννοείται ότι για το δίσκο δεν έχω να πω τίποτα, γιατί πολύ απλά δεν τον έχω ακούσει. Αλλά είπαμε, τη Χαρούλα την αγαπώ. Είναι δεδομένο.
[Μία απορία μου. Τον επόμενο δίσκο της θα τον λένε "πήγαινε τοίχο-τοίχο" ή θα είναι πολύ κλισέ;]
[Επίσης, προσπαθώ να μάθω τον κοινωνικό κώδικα του βλόγειν. Ως τότε, σας αγαπώ για το σαπόρτ και ξέρετε, υδροχόος γαρ, προς το παρόν σας σχολιάζω νοητά γιατί ντρέπομαι. Ναι, εγώ ντρέπομαι.]
Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009
Σημεία των καιρών
Όταν δηλώνεις περιχαρής ότι βλέπεις "κόκκινη εντολή", θεωρώντας το ως υπαρκτή εκπομπή, μάλλον κάτι δεν πάει καλά..
Άσμα ασμάτων:
Την εν λόγω κυρία την αγαπώ. Έχει κάτι το ανέμελο και νεοϋορκέζικο στη φωνή της και είναι το απόλυτο μουσικό χαλί για καφέ, βροχή και -ω ναι- σιγαρέττα.
Βέβαια μόλις έμαθα ότι γεννήθηκε στις 28 Απριλίου του σωτηρίου έτους 1924, άρα ήτο ταύρος και πέθανε φέτος [κωλοχρονιά], στις 7 Φεβρουαρίου, επομένως πέθανε υδροχόος. Γκουντ κωλ.
Άσμα ασμάτων:
Την εν λόγω κυρία την αγαπώ. Έχει κάτι το ανέμελο και νεοϋορκέζικο στη φωνή της και είναι το απόλυτο μουσικό χαλί για καφέ, βροχή και -ω ναι- σιγαρέττα.
Βέβαια μόλις έμαθα ότι γεννήθηκε στις 28 Απριλίου του σωτηρίου έτους 1924, άρα ήτο ταύρος και πέθανε φέτος [κωλοχρονιά], στις 7 Φεβρουαρίου, επομένως πέθανε υδροχόος. Γκουντ κωλ.
Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009
Λετ'ς σταρτ όβερ
Είναι πάντα καλό ένα νέο ξεκίνημα. Νέαι βάσεις, νέαι αρχαί, νέαι γενικώς. Σίγουρα τα νέα ξεκινήματα είναι συνήθως αυτό που οι συμπατριώτες Γάλλοι ονομάζουν balbutiant[s], το οποίο κυριολεκτικά σημαίνει τραυλίζων και μεταφορικά σπασμωδικά, με μπέιμπυ στεψ [μερσί μισέλ]. Ωστόσο το τραύλισμα ξεπερνιέται με λογοθεραπεία και οι σπασμωδικές κινήσεις με φυσιοθεραπεία και κινησιοθεραπεία. Δεν είναι παράλογο, είναι απλώς ανθρώπινο. Πολύ ανθρώπινο. Βέβαια είναι απαραίτητη μία ενίοτε τυφλή εμπιστοσύνη όχι μόνο από τον έναν στον άλλο αλλά και στη γενικότερη ροή των πραγμάτων, τη ροή της ζωής. Γκόου γουίθ δε φλόου, δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί οτιδήποτε κακό. Αυτά από έναν υδροχοϊκό νου. Και μαζί ένα τραγούδι για'σένα που άγχεσαι. Αρκούντως βελούδινο -ο γαλλικός στίχος αποτελεί τυχαίο γεγονός. Άλλωστε στο τελευταίο κουπλέ το επεξηγεί αγγλιστί, για να μην κατηγορηθούμε και για σοβινισμό.
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009
Θα σας πω ένα λαϊκό..
Την τρέχουσα περίοδο βιώνω την ηδονή των εξετάσεων για δραματικές σχολές. Ήδη πέρασα τις εξετάσεις του εθνικού και συνεχίζω ακάθεκτος για αυτές του υπουργείου πολιτισμού. Επικρατεί χάος και δημιουργικός πανικός, εξ'ου και η αποχή μου από τη φροντίδα του τιμίου τούτου βλογ. Θα επανέλθω!
[και μάλιστα με υλικό από τις οντισιόν]
[και μάλιστα με υλικό από τις οντισιόν]
εκσφενδόνισε το
πρωτεύον θηλαστικό #864
όταν η ώρα στο πόγραδετς ήταν
3:33 μ.μ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Τρίτη 25 Αυγούστου 2009
Α[νορθό]δωξοι μπάσταρδη
Πήγα σινεμά. Αυτό από μόνο του αποτελεί είδηση διότι συνήθως κατεβάζω ταινίες απ'το νετ. Επέλεξα [και τονίζω το ρήμα, διότι έχει βαρύνουσα σημασία] τη νέα ταινία του κουέντιν του ταραντίνου. Τρέιλα δεν είχον δει, απλώς εσκέφθην πως αφού μ'αρεσαν τα "σκότωσε βασίλη Ι και ΙΙ" και το "παλπ φιξιόν", θα μ'άρεσε και τούτο. Έχει μία αισθητική σαν κόμικ, με κάνει και νοιώθω μία οικειότητα όσο να πεις.
...Στο φουαγιέ του σινεμά είδα το τρέιλα κι ετοιμάστηκα για στιγμές γέλωτος. Αναρωτιέμαι γιατί. Μάλλον ήμανε στις καλές μου. Είδα και μνια αφίσα που με επιβεβαίωνε πως η μεγαλύτερη επιτυχία της χρονιάς [δεν είχα ιδέα!] είναι εδώ. Αν πω ότι ανακουφίστηκα, θα πω ψέμματα. Νόμιζα πως η μεγαλύτερη επιτυχία της χρονιάς ήτο το τβάιλάιτ, το οποίο επίσης δεν είδα αλλά βλέπω να πλανάται μία υστερία επί του θέματος και θεώρησα πως ήτο το μεγαλύτερο σουξέ για φέτος. Εν τέλει, νο.
Η ταινία ξεκίνησε, άκουγα γαλλικά, χάρηκα κι είπα "μνια χαρά, θα κάνω και απόσβεση στο σορβόν 2". Και πάλι, νο. Με το καλημέρα σας ή, τέλος πάντων, με το μπονζούρ, μία ολόκληρη οικογένεια ξεκληρίστηκε μπροστά μου. Ήταν και μεγάλη η οθόνη [για να μην πω για την ένταση των ηχείων που νομίζω ότι άκουγα τις σφαίρες να φυτεύονται στη σάρκα των δόλιων θυμάτων], δεν μπορούσες να ξεφύγεις από τις εικόνες. Εγώ βέβαια, ως γνήσιος ηλίθιος με πατέντα, πίστεψα πως όλη η βία συμπυκνώθηκε εκεί.
Ουχί. Ξέχασα ότι πήγα σε ταινία του ταραντίνου, του "ιδιόρρυθμου αμερικανού σκηνοθέτη" οπότε θα έπρεπε να περιμένω ένα λουτρό αίματος ορ σάμθινγκ. Δικαίως. Είδα όμορφα πράγματα, όπως να παίρνουν σκαλπ. Πολλάκις, καθ'ότι είναι μία γνώση που για να την κάνω δική μου, το παράδειγμα χρήζει επαναλήψεως. Άλλωστε θα μου χρειαστεί, έρχονται οι εξετάσεις του υπουργείου. Να μην πάρω ένα σκαλπάκι κι εγώ; Ένα μόνο.
Το αίμα κυλούσε πανταχόθεν, σωταρισμένο σε μία φρικιαστική σάλτσα ουρλιαχτών και σερβιρισμένο με άφθονους πυροβολισμούς. Αισθητική. Μνια που αναφέρθηκα σ'αυτή τη δόλια την αισθητική, η δική μου καθυστερημένη και οπισθοδρομική αισθητική, εδέχθη πλήγμα. Τι να πω, πρέπει να είμαι πολύ πίσω απ'τον ήλιο για να μη μ'αρέσει ο ταραντίνος. Μέχρι που κάπου προς το τέλος έπαθα κρίση πανικού απ'το κρεσέντο βίας, αηδίας και αιματοβαμμένων ουρλιαχτοπυροβολισμών. Ναι, είμαι τόσο μαλάκας.
Εκτός της αιθούσης και μετά το πέρας του αριστουργήματος, ακολούθησε η κλασσική συζήτηση επί της ταινίας. Η μόνη λέξη που μου έβγαινε: απαίσιο. Η μόνη απάντηση που λάμβανα [που ήταν και η πλέον αναμενόμενη, φυσικά]: ταραντίνο ήρθες να δεις.
-"Ναι, μα πολλή βία! Απαράδεκτο!"
-"Ε, ταραντίνο είναι, τι περίμενες;"
-"Ναι, αλλά οι άλλες του ταινίες που είχανε επίσης βία, είχανε και μία αισθητική. Αυτή εδώ ήταν μία ΑΠΟΛΥΤΩΣ σιχαμένη ταινία! Σιχαμένη!!"
-"Άρα αφού τη σιχάθηκες, πέτυχε το στόχο της."
-"Αντιστοίχως, θα σιχαινόμουν και μία τσόντα με σκατά. Κι εκείνη θα πετύχαινε το στόχο της. Θα πλήρωνες για να δεις μία τσόντα με σκατά;"
-"Ε δεν είναι το ίδιο!"
-"Για'μένα, το να βλέπω να βγάζουν σκαλπ είναι το ίδιο [ή και περισσότερο] αηδιαστικό με το να βλέπω διάρροια να ρέει από έναν κώλο και να πασαλείφονται οι τραγικοί."
-"Είσαι ακραίος."
..Πώς μπορείς να το λες αυτό σε έναν άνθρωπο, έχοντας μόλις βγει από την εν λόγω ταινία και δη ενώ αυτός ο άνθρωπος έπαθε κρίση πανικού εξ'αιτίας της, εσύ όχι μόνο βγήκες χωρίς καμία απώλεια αλλά βρίσκεσαι και σε πλήρη ενθουσιασμό;
Είμαι ακραίος. Θα ψηφίσω ΕΠΕΝ. Υπάρχει ακόμα το ΕΠΕΝ;
Κουέντιν, χρυσό μου, σου προτείνω ανοιχτά συνεργασία. Θα είναι το απόλυτο αριστούργημα. Άκου κόνσεπτ:
Η Νταϊάν Κίτον καθισμένη σε μία ανδρική τουαλέτα των χτελ, τρώει σπανακόπιτα και ξερνάει. Βάζει το δεξί της χέρι μέσα στα ξερατά της και αρχίζει να ομαδοποιεί τα προϊόντα της ατελούς πέψης της: abc soup, κάροτς, μίτμπολς, σπίνατς-πάι. Το πλάνο πάει προς το πόδι της, όπου βλέπουμε τη μαντάνα να της τρώει ένα-ένα τα δάχτυλα του ποδιού. Μεταφερόμαστε ξανά στην Νταϊάν και ξαφνικά βλέπουμε τα μίτμπολς. Με λίγη προσοχή παραπάνω, ο θεατής ανακαλύπτει ότι κάτι τρέχει μ'αυτά τα μίτμπολς. Ναι, τελικά τα μίτμπολς είναι τα αρχίδια του ντε Νίρο που σφαδάζει στη διπλανή τουαλέτα. Όχι, περίμενε. Τελικά δε σφαδάζει! Την παίζει ο γερο-μπάσταρδος, γιατί έχει κατακαυλώσει που του'φαγε τα αρχίδια η Νταϊάν. Πω πω τι πλοκή! Και μετά, μεταφερόμαστε στο διάδρομο 9 των χτελ όπου βλέπουμε την άρτι αφιχθήσα εκ Καστοριάς Σούζαν Σάραντον, η οποία εννοείται ότι έχει σκοτώσει όλους τους επιβάτες, τον οδηγό και τα βακτήρια του λεωφορείου και με το που κατεβαίνει, πετάει από πάνω της ένα χέρι που είχε κολλήσει στον ώμο της και κάτι μυαλά που την είχαν πιτσιλίσει στο μάτι και το μέτωπο. Η εξοργισμένη Σούζαν κατευθύνεται προς τις τουαλέτες. Ανακαλύπτει την Νταϊάν και τη μαντάνα. Εξοργίζεται ίβεν μορ. Εξοργίζεται τόσο που χώνει το πόδι της στο στόμα της Νταϊάν και με το άκοπο νύχι της κόβει τον οισοφάγο. Εν συνεχεία λέει "μαντάνα, ήρθε η ώρα σου" και βάζει το κεφάλι της στο μουνί της και της ξεριζώνει με τα δόντια τις σάλπιγγες. Φτύνει τις σάλπιγγες με μία βίαιη κίνηση του κεφαλιού και πέφτουν πάνω στον ντε Νίρο, ο οποίος εκείνη την ώρα χύνει. Όμως δε βλέπουμε χύσι, αλλά αίμα. Αιματοχυσία. Η Σούζαν, ακόμα πιο εξοργισμένη, φεύγει και πάει στα γραφεία του σταθμού. Αρπάζει το μικρόφωνο και κάνει την εξής ανακοίνωση, με ένα παρανοϊκό βλέμμα όλο ειρωνία: "μπέιμπυ μπουμ". Και τότε βλέπουμε κούκλες-λαχανόπαιδα τοποθετημένες σε στρατηγικά σημεία του σταθμού να εκρήγνυνται η μία μετά την άλλη. Με πάθος παρακολουθούμε όλους τους παρεβρισκόμενους να ψοφάνε, μπικόζ δέι φάκιν ντιζέρβ ιτ. Τι; Δε βγάζει νόημα; Μα είναι ταραντίνο!
...Στο φουαγιέ του σινεμά είδα το τρέιλα κι ετοιμάστηκα για στιγμές γέλωτος. Αναρωτιέμαι γιατί. Μάλλον ήμανε στις καλές μου. Είδα και μνια αφίσα που με επιβεβαίωνε πως η μεγαλύτερη επιτυχία της χρονιάς [δεν είχα ιδέα!] είναι εδώ. Αν πω ότι ανακουφίστηκα, θα πω ψέμματα. Νόμιζα πως η μεγαλύτερη επιτυχία της χρονιάς ήτο το τβάιλάιτ, το οποίο επίσης δεν είδα αλλά βλέπω να πλανάται μία υστερία επί του θέματος και θεώρησα πως ήτο το μεγαλύτερο σουξέ για φέτος. Εν τέλει, νο.
Η ταινία ξεκίνησε, άκουγα γαλλικά, χάρηκα κι είπα "μνια χαρά, θα κάνω και απόσβεση στο σορβόν 2". Και πάλι, νο. Με το καλημέρα σας ή, τέλος πάντων, με το μπονζούρ, μία ολόκληρη οικογένεια ξεκληρίστηκε μπροστά μου. Ήταν και μεγάλη η οθόνη [για να μην πω για την ένταση των ηχείων που νομίζω ότι άκουγα τις σφαίρες να φυτεύονται στη σάρκα των δόλιων θυμάτων], δεν μπορούσες να ξεφύγεις από τις εικόνες. Εγώ βέβαια, ως γνήσιος ηλίθιος με πατέντα, πίστεψα πως όλη η βία συμπυκνώθηκε εκεί.
Ουχί. Ξέχασα ότι πήγα σε ταινία του ταραντίνου, του "ιδιόρρυθμου αμερικανού σκηνοθέτη" οπότε θα έπρεπε να περιμένω ένα λουτρό αίματος ορ σάμθινγκ. Δικαίως. Είδα όμορφα πράγματα, όπως να παίρνουν σκαλπ. Πολλάκις, καθ'ότι είναι μία γνώση που για να την κάνω δική μου, το παράδειγμα χρήζει επαναλήψεως. Άλλωστε θα μου χρειαστεί, έρχονται οι εξετάσεις του υπουργείου. Να μην πάρω ένα σκαλπάκι κι εγώ; Ένα μόνο.
Το αίμα κυλούσε πανταχόθεν, σωταρισμένο σε μία φρικιαστική σάλτσα ουρλιαχτών και σερβιρισμένο με άφθονους πυροβολισμούς. Αισθητική. Μνια που αναφέρθηκα σ'αυτή τη δόλια την αισθητική, η δική μου καθυστερημένη και οπισθοδρομική αισθητική, εδέχθη πλήγμα. Τι να πω, πρέπει να είμαι πολύ πίσω απ'τον ήλιο για να μη μ'αρέσει ο ταραντίνος. Μέχρι που κάπου προς το τέλος έπαθα κρίση πανικού απ'το κρεσέντο βίας, αηδίας και αιματοβαμμένων ουρλιαχτοπυροβολισμών. Ναι, είμαι τόσο μαλάκας.
Εκτός της αιθούσης και μετά το πέρας του αριστουργήματος, ακολούθησε η κλασσική συζήτηση επί της ταινίας. Η μόνη λέξη που μου έβγαινε: απαίσιο. Η μόνη απάντηση που λάμβανα [που ήταν και η πλέον αναμενόμενη, φυσικά]: ταραντίνο ήρθες να δεις.
-"Ναι, μα πολλή βία! Απαράδεκτο!"
-"Ε, ταραντίνο είναι, τι περίμενες;"
-"Ναι, αλλά οι άλλες του ταινίες που είχανε επίσης βία, είχανε και μία αισθητική. Αυτή εδώ ήταν μία ΑΠΟΛΥΤΩΣ σιχαμένη ταινία! Σιχαμένη!!"
-"Άρα αφού τη σιχάθηκες, πέτυχε το στόχο της."
-"Αντιστοίχως, θα σιχαινόμουν και μία τσόντα με σκατά. Κι εκείνη θα πετύχαινε το στόχο της. Θα πλήρωνες για να δεις μία τσόντα με σκατά;"
-"Ε δεν είναι το ίδιο!"
-"Για'μένα, το να βλέπω να βγάζουν σκαλπ είναι το ίδιο [ή και περισσότερο] αηδιαστικό με το να βλέπω διάρροια να ρέει από έναν κώλο και να πασαλείφονται οι τραγικοί."
-"Είσαι ακραίος."
..Πώς μπορείς να το λες αυτό σε έναν άνθρωπο, έχοντας μόλις βγει από την εν λόγω ταινία και δη ενώ αυτός ο άνθρωπος έπαθε κρίση πανικού εξ'αιτίας της, εσύ όχι μόνο βγήκες χωρίς καμία απώλεια αλλά βρίσκεσαι και σε πλήρη ενθουσιασμό;
Είμαι ακραίος. Θα ψηφίσω ΕΠΕΝ. Υπάρχει ακόμα το ΕΠΕΝ;
Κουέντιν, χρυσό μου, σου προτείνω ανοιχτά συνεργασία. Θα είναι το απόλυτο αριστούργημα. Άκου κόνσεπτ:
Η Νταϊάν Κίτον καθισμένη σε μία ανδρική τουαλέτα των χτελ, τρώει σπανακόπιτα και ξερνάει. Βάζει το δεξί της χέρι μέσα στα ξερατά της και αρχίζει να ομαδοποιεί τα προϊόντα της ατελούς πέψης της: abc soup, κάροτς, μίτμπολς, σπίνατς-πάι. Το πλάνο πάει προς το πόδι της, όπου βλέπουμε τη μαντάνα να της τρώει ένα-ένα τα δάχτυλα του ποδιού. Μεταφερόμαστε ξανά στην Νταϊάν και ξαφνικά βλέπουμε τα μίτμπολς. Με λίγη προσοχή παραπάνω, ο θεατής ανακαλύπτει ότι κάτι τρέχει μ'αυτά τα μίτμπολς. Ναι, τελικά τα μίτμπολς είναι τα αρχίδια του ντε Νίρο που σφαδάζει στη διπλανή τουαλέτα. Όχι, περίμενε. Τελικά δε σφαδάζει! Την παίζει ο γερο-μπάσταρδος, γιατί έχει κατακαυλώσει που του'φαγε τα αρχίδια η Νταϊάν. Πω πω τι πλοκή! Και μετά, μεταφερόμαστε στο διάδρομο 9 των χτελ όπου βλέπουμε την άρτι αφιχθήσα εκ Καστοριάς Σούζαν Σάραντον, η οποία εννοείται ότι έχει σκοτώσει όλους τους επιβάτες, τον οδηγό και τα βακτήρια του λεωφορείου και με το που κατεβαίνει, πετάει από πάνω της ένα χέρι που είχε κολλήσει στον ώμο της και κάτι μυαλά που την είχαν πιτσιλίσει στο μάτι και το μέτωπο. Η εξοργισμένη Σούζαν κατευθύνεται προς τις τουαλέτες. Ανακαλύπτει την Νταϊάν και τη μαντάνα. Εξοργίζεται ίβεν μορ. Εξοργίζεται τόσο που χώνει το πόδι της στο στόμα της Νταϊάν και με το άκοπο νύχι της κόβει τον οισοφάγο. Εν συνεχεία λέει "μαντάνα, ήρθε η ώρα σου" και βάζει το κεφάλι της στο μουνί της και της ξεριζώνει με τα δόντια τις σάλπιγγες. Φτύνει τις σάλπιγγες με μία βίαιη κίνηση του κεφαλιού και πέφτουν πάνω στον ντε Νίρο, ο οποίος εκείνη την ώρα χύνει. Όμως δε βλέπουμε χύσι, αλλά αίμα. Αιματοχυσία. Η Σούζαν, ακόμα πιο εξοργισμένη, φεύγει και πάει στα γραφεία του σταθμού. Αρπάζει το μικρόφωνο και κάνει την εξής ανακοίνωση, με ένα παρανοϊκό βλέμμα όλο ειρωνία: "μπέιμπυ μπουμ". Και τότε βλέπουμε κούκλες-λαχανόπαιδα τοποθετημένες σε στρατηγικά σημεία του σταθμού να εκρήγνυνται η μία μετά την άλλη. Με πάθος παρακολουθούμε όλους τους παρεβρισκόμενους να ψοφάνε, μπικόζ δέι φάκιν ντιζέρβ ιτ. Τι; Δε βγάζει νόημα; Μα είναι ταραντίνο!
Κυριακή 9 Αυγούστου 2009
Όνειρο θερινής νυκτός
Και σιγά μην ήταν φυσιολογικό. Βέβαια είναι μακράν πιο φυσιολογικό του ονείρου της μίνας, που έβλεπε το αρμαντίλλο [=βιβλιοθηκάριος της σχολής μας] να οδηγεί λεωφορείο με τον πλέον ανορθόδοξο τρόπο, αλλά και πάλι είχε το ενδιαφέρον του.
Είδα, λοιπόν, πως βρισκόμουν -χμ, όχι. Ο Ίρβιν Γιάλομ λέει να περιγράφουμε τα όνειρα σε ενεστώτα. Επομένως.. Βρίσκομαι σε ένα λεωφορείο του χτελ. Προφανώς μιλάμε για λόου μπάτζετ όνειρο, διότι αν ο προϋπολογισμός ήτο υψηλότερος, δε θα είχα χτελ αλλά τουλάχιστον τραίνο -όχι απ'τις παπαριές του οσέ, μα κάτι σε tgv. Πιο κλάσυ, πιο ελεγκάν, πιο ντιστανγκέ τέλος πάντων!
Χτελ, ωστόσο ήθελε ο ονειροποιητής μου, τι να πω, δε θα υψώσω αντίρρηση. Μεταφερόμεθα προς Θεσσαλονίκη [σ'αγαπώ] και στο δρόμο έχει χιόνι. Πολύ χιόνι. Ελπίζω πως στο όνειρό μου δεν ήταν αύγουστος, γιατί αν ήταν αύγουστος, έχω σοβαρό πρόβλημα. Θα μου πεις, με το ελ νίνιο να κάνει την επανεμφάνισή του, το χιόνι μεσούντος του θέρους είναι απ'τα πλέον αναμενόμενα. Καλά που δε βρέθηκα σε τσουνάμι να κολυμπάω σαν το σκυλί. Ένυχάου, καθ'οδόν ανακαλύπτουμε πως ο δρόμος ήτο κλειστός. Το επιβατικό κοινό, τυπικοί έλληνες - τυπικοί επιβάτες χτελ, άρχιζει τις γνωστές αντιδράσεις: γκρίνια και επίρρηψη ευθυνών και κατάρων προς το κενό: "αυτοί που μόνο να αυξάνουν τα εισιτήρια ξέρουν", "να γυρίσουμε πίσω!", "έλα, μπάμπη, είμαστε στη μέση του πουθενά" [κλήση σε κινητό], "να βάλουμε ταράνδους να μας τραβήξουν" [ο πανταχού παρόν χιουμορίστας σε μία προσπάθεια δημιουργίας παγετού]. Η δική μου αντίδραση είναι.. βασικά δεν είναι. Κάθομαι και παρακολουθώ, μέχρι που ο οδηγός μας ανακοινώνει την απόφασή του: Θα πάμε από άλλο δρόμο.-
Λέω εγώ, "εντάξει, ξέρεις εσύ, δε με αφορά. Πάμε και πετώντας, αρκεί να φτάσουμε."
Και στρίβει ξαφνικά, βγαίνει εκτός εθνικής οδού και αρχίζει να κατηφορίζει μία πλαγιά, απότομη θα έλεγα, γεμάτη χιόνι [πασιφανώς] και έλατα [χλωρίς]. Οι αντιδράσεις των συνεπιβατών, αναμενόμενες. Ουρλιαχτά, άγχος, υστερία, η τρίτη ηλικία σε παροξυσμό κι εγώ.. εγώ κάθομαι χωρίς ίχνος πανικού, με απόλυτη εμπιστοσύνη στον οδηγό. Απορώ με την "αντίδρασή" μου, αλλά απ'ότι κατάλαβα, τέτοιο ζώο είμαι και ιν ρίαλ λάιφ. Όπως προχθές που με το που άνοιξα τα μάτια μου, είδα έναν τύπο να περνάει απ'το παράθυρό μου και το μόνο που έκανα ήταν να βγώ και να του πω
-Καλημέρα.
-Καλημέρα! [περιχαρής]
-Πώς ήρθες εδώ;
-Με το γκερανό!
Ανήκε στο τιμ που μας βάφει την οικοδομή [ναι, θα λέω οικοδομή κι όχι πολυκατοικία. είμαι βόρειος!] κι η συζήτησή μας ανήκε στο "βιώνοντας τον ιονέσκο" πρότζεκτ.
Και κατεβαίνουμε την πλαγιά, εγώ χωρίς ίχνος τρόμου και με απόλυτη εμπιστοσύνη στον οδηγό. Κάπου εκεί, ξύπνησα. Όχι έντρομος, όχι αγχωμένος αλλά -αντιθέτως- με μία αισιοδοξία και μία πρόχειρη ανάλυση του ονείρου. Ήτο καλόν.
[Βέβαια, οι ονλάιν ονειροκρίτες μου λένε ότι το χιόνι σε όνειρο είναι κακοτυχία, αρρώστεια, γκαντεμιά, θάνατος, ψυχική νόσος, ποδάγρα, ΧΤΙΚΙΟ, κακό, ντροπή, κατεστραμμένες φιλοδοξίες, τύφλωση, μετάλλαξη, αέρια, γιώργος παπανδρέου, γυναικομαστία, τριχωτό επιθήλιο, ευνουχισμός, άθλετ'ς φουτ. Α, κι ένας πιο ψαγμένος λέει ότι είναι μοναξιά και κατάθλιψη. Μπούρδες, θα πω εγώ. Πού να τους έλεγα ότι είδα και χτελ. Υποθέτω ότι η διάγνωση θα ήταν "αγοράστε σάβανο".]
Είδα, λοιπόν, πως βρισκόμουν -χμ, όχι. Ο Ίρβιν Γιάλομ λέει να περιγράφουμε τα όνειρα σε ενεστώτα. Επομένως.. Βρίσκομαι σε ένα λεωφορείο του χτελ. Προφανώς μιλάμε για λόου μπάτζετ όνειρο, διότι αν ο προϋπολογισμός ήτο υψηλότερος, δε θα είχα χτελ αλλά τουλάχιστον τραίνο -όχι απ'τις παπαριές του οσέ, μα κάτι σε tgv. Πιο κλάσυ, πιο ελεγκάν, πιο ντιστανγκέ τέλος πάντων!
Χτελ, ωστόσο ήθελε ο ονειροποιητής μου, τι να πω, δε θα υψώσω αντίρρηση. Μεταφερόμεθα προς Θεσσαλονίκη [σ'αγαπώ] και στο δρόμο έχει χιόνι. Πολύ χιόνι. Ελπίζω πως στο όνειρό μου δεν ήταν αύγουστος, γιατί αν ήταν αύγουστος, έχω σοβαρό πρόβλημα. Θα μου πεις, με το ελ νίνιο να κάνει την επανεμφάνισή του, το χιόνι μεσούντος του θέρους είναι απ'τα πλέον αναμενόμενα. Καλά που δε βρέθηκα σε τσουνάμι να κολυμπάω σαν το σκυλί. Ένυχάου, καθ'οδόν ανακαλύπτουμε πως ο δρόμος ήτο κλειστός. Το επιβατικό κοινό, τυπικοί έλληνες - τυπικοί επιβάτες χτελ, άρχιζει τις γνωστές αντιδράσεις: γκρίνια και επίρρηψη ευθυνών και κατάρων προς το κενό: "αυτοί που μόνο να αυξάνουν τα εισιτήρια ξέρουν", "να γυρίσουμε πίσω!", "έλα, μπάμπη, είμαστε στη μέση του πουθενά" [κλήση σε κινητό], "να βάλουμε ταράνδους να μας τραβήξουν" [ο πανταχού παρόν χιουμορίστας σε μία προσπάθεια δημιουργίας παγετού]. Η δική μου αντίδραση είναι.. βασικά δεν είναι. Κάθομαι και παρακολουθώ, μέχρι που ο οδηγός μας ανακοινώνει την απόφασή του: Θα πάμε από άλλο δρόμο.-
Λέω εγώ, "εντάξει, ξέρεις εσύ, δε με αφορά. Πάμε και πετώντας, αρκεί να φτάσουμε."
Και στρίβει ξαφνικά, βγαίνει εκτός εθνικής οδού και αρχίζει να κατηφορίζει μία πλαγιά, απότομη θα έλεγα, γεμάτη χιόνι [πασιφανώς] και έλατα [χλωρίς]. Οι αντιδράσεις των συνεπιβατών, αναμενόμενες. Ουρλιαχτά, άγχος, υστερία, η τρίτη ηλικία σε παροξυσμό κι εγώ.. εγώ κάθομαι χωρίς ίχνος πανικού, με απόλυτη εμπιστοσύνη στον οδηγό. Απορώ με την "αντίδρασή" μου, αλλά απ'ότι κατάλαβα, τέτοιο ζώο είμαι και ιν ρίαλ λάιφ. Όπως προχθές που με το που άνοιξα τα μάτια μου, είδα έναν τύπο να περνάει απ'το παράθυρό μου και το μόνο που έκανα ήταν να βγώ και να του πω
-Καλημέρα.
-Καλημέρα! [περιχαρής]
-Πώς ήρθες εδώ;
-Με το γκερανό!
Ανήκε στο τιμ που μας βάφει την οικοδομή [ναι, θα λέω οικοδομή κι όχι πολυκατοικία. είμαι βόρειος!] κι η συζήτησή μας ανήκε στο "βιώνοντας τον ιονέσκο" πρότζεκτ.
Και κατεβαίνουμε την πλαγιά, εγώ χωρίς ίχνος τρόμου και με απόλυτη εμπιστοσύνη στον οδηγό. Κάπου εκεί, ξύπνησα. Όχι έντρομος, όχι αγχωμένος αλλά -αντιθέτως- με μία αισιοδοξία και μία πρόχειρη ανάλυση του ονείρου. Ήτο καλόν.
[Βέβαια, οι ονλάιν ονειροκρίτες μου λένε ότι το χιόνι σε όνειρο είναι κακοτυχία, αρρώστεια, γκαντεμιά, θάνατος, ψυχική νόσος, ποδάγρα, ΧΤΙΚΙΟ, κακό, ντροπή, κατεστραμμένες φιλοδοξίες, τύφλωση, μετάλλαξη, αέρια, γιώργος παπανδρέου, γυναικομαστία, τριχωτό επιθήλιο, ευνουχισμός, άθλετ'ς φουτ. Α, κι ένας πιο ψαγμένος λέει ότι είναι μοναξιά και κατάθλιψη. Μπούρδες, θα πω εγώ. Πού να τους έλεγα ότι είδα και χτελ. Υποθέτω ότι η διάγνωση θα ήταν "αγοράστε σάβανο".]
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)