Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Θέλω να γράψω ένα τραγούδι.

Βεβαίως! Είμαι κι εγώ άνθρωπος με συναισθήματα κι αφού ξέρω να βάζω τις λέξεις σε σειρά, θα γράψω ένα τραγούδι. Τι πιο φυσιολογικό; Θέλω θέλω θέλω το τραγούδι μου να βγάζει πρωτογενή πόνο. Ω ναι. Θα ξεκινήσω απλά: όλα όπως τ'άφησες είναι -ναι ναι, αυτό μου κάνει καλό για βάση. Χμ, "όλα όπως τ'άφησες είναι", ας το εξελίξω λίγο. Α! Ορίστε: στην κουζίνα ένα ποτήρι! Τέλειο! Τι πιο περιγραφικό; Στην κουζίνα ένα (1) ποτήρι! Θα μου πεις, πολύ αφαιρετικό. Ε θα δώσω υπόσταση στο ποτήρι λοιπόν. Στην κουζίνα ένα ποτήρι περιμένει το στόμα σου. Τέλειο. Εξαιρετικό. Μπράβο μου! ..βέβαια, ένα ποτήρι που περιμένει ένα στόμα είναι μια τρομακτική εικόνα. Από τη μία ένα ποτήρι γεμάτο προσμονή κι απ'την άλλη ένα στόμα που μετακινείται μόνο του, αυτοβούλως; Τρόμος. Το σώζω: [κόμμα] περιμένει το σώμα σου. Ιδού, τώρα το στόμα κόλλησε στο σώμα, το ταυ που κάνει τη διαφορά φόρος τιμής στην ελατή ελληνική γλώσσα κι όλα απέκτησαν ειρμό. Ωραία, λοιπόν. Πώς συνεχίζω; Έχω να πάω και σούπερ μάρκετ ρε πούστη, σκόνταψα στο πουθενά προχθές και πέταξα τον μισό καφέ μου στην κουρτίνα του σαλον---κουρτίνα! Το'χω: όλα όπως τ'άφησες είναι, στις κουρτίνες ο λεκές μου. Μπα, πολύς ρεαλισμός. Ήταν κι αυτή μεγάλο καριόλι, όμως. Μου ρέει ο πληγωμένος εγωισμός απ'τα αυτιά. Τέλος πάντων. Τι να τις κάνω τις κουρτίνες; Ερμχφχ.. Θα ανάψω τσιγάρο, όχι, θα ανάψω τσιγ ---να'το: στις κουρτίνες φέγγει ακόμα η ανθρώπινη βρώμα σου. Όχι; Τότε χάου αμπάουτ "το πιο κόκκινο χρώμα σου"; Ε ναι. Ποίηση. Ρεφραίν θα γράψω μετά. Βαριέμαι, δε μου'ρχεται, έχω και κακό χανγκόβερ. Τι άλλο, τι άλλο.. Καλά, προφανώς όλα όπως τ'άφησες είναι -κι εδώ θα σου κάνω και παραλληλισμό με την πληγωμένη μου καρεδεγιά- ένα βιβλίο τσακισμένο. Μαλακία, θα μου πεις, αλλά θα σ'το σώσω: στη σελίδα που τ'άν -μισό, χτυπάει το τηλέφωνο και μάλλον είναι από τη δουλειά. [εδώ έχεις το χρόνο να ανάψεις τσιγάρο ή να φρεσκάρεις τον καφέ σου] Έλα, γύρισα. Τι έλεγα; Α, ναι. Στη σελίδα που τ'άν. Στη σελίδα πουτάν; Ερμ.. ναι όχι ναι, ειλικρινά δεν ξέρω τι σκεφτόμουν κι ειλικρινά μου αποσυντίθεται ο οίστρος κάθε φορά που συμβαίνει αυτό. Ένιγουέι, λογικά σώζεται. 18,2 είχα πάρει στην έκθεση, τι διάολο. Βουαλά: στη σελίδα που τ'άνοιξες. Ένα βιβλίο τσακισμένο στη σελίδα που τ'άνοιξες -γιατί, δεν είναι εικόνα εγκατάλειψης αυτή; Σαν να σ'έπιασε κόψιμο εκεί που διάβαζες Μπόρχες κι έφυγες τρέχοντας να εκτονώσεις την οργή του πεπτικού. Βέβαια αυτή έφυγε τύπου μόνιμα, αλλά η τέχνη έχει πάντα να κάνει με το τι προβάλλει ο καθένας πάνω στο δημιούργημα και το δικό μου δημιούργημα θέλω να είναι, παρά τα χρώματά του, ένας λευκός καμβάς που θα γιομίσει με τα δικά σου χρώματα. Βεβαίως! Τώρα, για να συνεχίσω, θέλω να προσπεράσω το όλα όπως τ'άφησες είναι, γιατί καταντά μουντό. Θα βάλω ένα όλα όπως τα'ξερες είναι, για να δώσω και τον τόνο του οικείου, διότι έχεις φάει ψωλί [συγγνώμη, σαρδαμάκι] κι αλάτι μέσα σ'αυτό το σπίτι, οπότε κοτσάρω και την κλασσική ελληνική εικόνα: ένα ρολόι σταματημένο, στο σημείο που τ'άφησες. Χμ, πολυφορεμένο. Α! Μια ζωή σταματημένη, όμως; Ε; Στο σημείο που την άφησες; Ε; Ε! Ε ναι, λοιπόν. Ναι. Βέβαια τώρα μένει το ρεφραίν -και πώς βαριέμαι.. Μισό, πάλι τηλέφωνο, μ'έχουν ταράξει σήμερα. "Ναι, παρακαλώ. [παύση] Α για την αγγελία, βεβαίως, πείτε μου. [παύση] Ναι, όχι, τριάρι είναι, διαμπερές. [παύση] Α όχι, όχι, εγώ βασ [παύση] Όχι όχι [παύση] Δεν το νοικιάζω [παύση] Κοιτάχτε, το πουλάω το σπίτι. [βαθειά παύση περισυλλογής] Ναι ναι θα περιμένω. [κλακ]" Συγκλονίστηκες κι εσύ ε; Κοίτα πώς άγγιξα τόσες και τόσο ευαίσθητες χορδές μέσα σου με μια τόσο καθημερινή πρόταση, το πουλάω το σπίτι, ε; Έχουμε ρεφραινάκι; Έχουμε ρεφραινάκι! Το πουλάω το σπίτι -κι ό,τι άγγιξες εσύ κι ό,τι κοίταξες εσύ κι ότι ζήσαμε μαζί -το πουλάω το σπίτι. Η μισή ζωή μου λύπη. Χμ. Ασχετάκι; Η μισή ζωή μου, η μισή ζωή μου.. η μισή ζωή μου λίπη; Κι η άλλη μισή; Υδατάνθρακες; Μα είναι προφανές, βλάκα: η μισή ζωή μου, ναι ναι ναι, λείπει. Φυσικά! Και ξέρεις γιατί; Δε γεμίζει μ'έναν άνθρωπο ένα σπίτι! Τέλειο. Πραγματικά -κι όχι από ναρκισσισμό- αυτό είναι από μόνο του ένα τρίλεπτο ψυχόδραμα. Θα φροντίσω να το δώσω σ'έναν άνθρωπο που τραγουδάει βγάζοντας ψυχή απ'την καρωτίδα του, ναι. Κάποιον με ιστορία και χαρακτήρα, ίσως ένα μπαρόκ απομεινάρι, με μια έμφυτη κλαούνα. Βρήκα:

1 σχόλιο: