-Α, καταπληκτικά. Να, κάπως έτσι:
Πραγματικά πιστεύω πως το ότι βρήκα δουλειά, είναι ένα ακόμη σημάδι πως το τέλος του κόσμου είναι πιο κοντά απ'όσο νομίζουμε. Αν κόψω και το κάπνισμα, φλεγόμενοι σταυροί θα εμφανιστούν στον ουρανό, οι καρυάτιδες θα ζωντανέψουν και θα αποκαλυφθεί πως τελικά δεν είναι γυναίκες, αλλά άντρες με τραγική γυναικομαστία.
Προσελήφθην, λοιπόν. Την Τρίτη κλείνω μία εβδομάδα ως εργαζόμενος, εξάωρος μου είπανε να λέω και παίρνω και ένσημα. Προσωπικά δεν ξέρω πού ακριβώς έγκειται η χρησιμότητά τους, αλλά ό,τι παίρνει ο άνθρωπος για καλό είναι [νοτ]. Αναμενόμενο, ο συνειρμός μου είναι "ένα ένσημο παραπάνω, ένα βήμα πιο κοντά στη σύνταξη". Βατέβερ.
Δουλεύω στο μαυσωλείο του Στάλιν, ένα υπέροχο κτίριο φουτουριστικής αρχιτεκτονικής. Φημολογείται πως αποτελεί μομφή προς την σκοταδιστική αρχιτεκτονική της γύρω περιοχής με τα νεομπαρόκ στοιχεία και την πλήρη ομοιομορφία που τη διακατέχει. Το χτίριο είναι καλυμμένο από γυαλί έμπροσθεν, ενώ διαθέτει και ερυθρή κεραία επικοινωνίας με το υπερπέραν. Πίσω έχουμε πέτρα, μάρμαρον πεντελικόν, αρίστης ποιότητος για να μπλοκάρουμε τα ραντάρ των καθεστωτικών γουρουνιών που μας υποκλέπτουν τις συνομιλίες.
Από κάτω μας, περνάνε δύο διαφορετικά τραίνα. Καθ'ότι ακόμα δεν έχουμε δημιουργήσει θάλασσα, δεν υπάρχει ακτοπλοϊκή σύνδεσις του μαυσωλείου. Αυτά στην επόμενη σαιζόν.
Άμα τη εισόδω εντός του μαυσωλείου, υπάρχουσι δύο ψεκαστήραι διά τας χείρας που πετούν φορμόλη. Αυτό γίνεται και για λόγους υγιεινής, αλλά και για λόγους συντήρησης διότι η αποσάθρωσις είναι πανταχού παρούσα.
Το κάπνισμα απαγορεύεται σε όλους τους χώρους του μαυσωλείου, γιατί το σκήνωμα του Στάλιν είναι αλλεργικό στον καπνό και κάθε φορά που του μυρίζει [και έχει και δυνατό ρουθούνι ο καριόλης, το μυρίζεται το σιγαρέττο από χιλιόμετρα] νεκρανασταίνεται και τρέχουμε για εξορκισμούς.
Διάφοραι εκδηλώσεις οργανώνονται, προκειμένου ο χρόνος εντός του μαυσωλείου να περνά ευχάριστα δι'όλους ημάς. Την προηγούμενη εβδομάδα έλαβε χώρα διαγωνισμός υπό τον τίτλον "biathlon", για τα παιδιά. Με δυο λόγια, γονείς που υποπτεύονταν ότι το βλαστάρι τους τον ψιλοπαίρνει ή η κόρη τους είναι κομματάκι τζιβιτζιλού, τα έσουρναν στο μαυσωλείο κι αυτά διαγωνίζονταν μεταξύ τους. Στο τέλος, η πιο αδερφή κέρδιζε -εκτός από τον τίτλο- ένα αναμνηστικό μαντήλι πούτσι [απ'αυτά τα μεταξωτά με το χαρακτηριστικό πριντ].
Κι επειδή η εξειδίκευση γεννά την τελειότητα, στο μαυσωλείο υπάρχουν πολλά μικρά καταστήματα. Εγώ δουλεύω στο κατάστημα που εμπορεύεται σάβανα. Έχουμε σάβανα εξαιρετικής ποιότητος, εισαγωγής από το Νοβοροσίσκ. Επειδή είμαστε μια σοβαρή νοβοροσισκική εταιρία, ακολουθούμε τις δικές μας νόρμες όσον αφορά στην εξυπηρέτησιν του πελάτου.
Τονε τραβάμε από τες ρώγες με το που περάσει απ'το μαγαζί και του πουλάμε το σάβανο που ενδείκνυται περισσότερο για την περίπτωσή του. Στην περίπτωση που μας ζητηθεί, τον βοηθάμε να το σετάρει και με αξεσουάρ [πουχού νομίσματα για τα μάτια, ολόχρυση μάσκα, μυρωμένο σανδάλι κουτουλού].
Αν είμαστε φρόνιμοι και δεν κολλάμε τα βυζιά μας στη βιτρίνα, ο άρχων μας δίδει ως δώρον μία μπομπότα και μισή οκά φακές. Στην περίπτωση δε που οι πωλήσεις ξεπεράσουν κάθε προσδοκία, στο δωράκι προστίθεται και ένα χαστούκι από τη γυναίκα του, χερσέλφ.
Προς το παρόν, όλα βαίνουν καλώς και είμαστε όλοι χαρούμενοι. Περιμένω με αγωνία την επόμενη εβδομάδα, γιατί θα έχουμε κι άλλα καινούρια σάβανα να τακτοποιήσουμε με προσοχή και σέβας.
Μέχρι το επόμενον ποστ, σας ασπάζομαι,
πρωτεύον θηλαστικό #864
Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010
-Και πώς περνάτε στη δουλειά;
Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010
Εφκαριστούμε Ατήνα, Εφκαριστούμε Ελλάντα
Ναι, αυτό το πο[υ]στ είναι ένα μικρό, ευχαριστήριο πο[υ]στ. Δι'όλους υμάς που σχολιάσατε [γραπτώς ή και όχι] το προηγούμενον πο[υ]στ. Έχω και μία ανακοίνωση: με προσέλαβαν. Θα ακολουθήσει επεξηγηματικιά ανάρτησις, αλλά επειδή με πιάσανε τα συναισθηματικά μου, ήθελα απλώς να σας πω ένα γκραν μερσί σε μία παράγραφο.
Με χαμόγελο που πιάνει σβέρκο [όχι επειδή βρήκα δουλειά],
Πρωτεύον θηλαστικό.
Με χαμόγελο που πιάνει σβέρκο [όχι επειδή βρήκα δουλειά],
Πρωτεύον θηλαστικό.
Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010
Καλέ, με θέτε;
Έχω αφήσει συνολικά -με μετριοπαθείς υπολογισμούς- γύρω στα είκοσι βι[ζ]ογραφικά. Όλαι αι πολυεθνικαί και μη αλυσίδαι, έχουσι εις την κατοχήν τους τον ρεζουμέ μου, όστις παρουσιάζει άνθρωπον ικανόν διά να αναλάβη την υψίστου σημασίας θέσι του πωλητού.
Διότι είναι, εν τέλει, μια επιστήμη. Πρέπει, όσο να πεις, να μπορείς να κάνεις ένα υποτυπώδες πι-αρ, γιατί το θέμα δεν είναι να εξυπηρετήσεις τον εκάστοτε πελάτη, αλλά να τον κάνεις να θέλει να ξαναέρθει. Επίσης, πρέπει να χειρίζεσαι τα διάφορα γραφειοκρατικά με μία σχετική άνεση, γιατί αν το σούπερβάιζορ έχει κανονίσει να ξύσει τη μουνάρα του, ποιος θα ασχοληθεί με τις παραγγελίες; Συν τοις άλλοις, είναι επιθυμητή και μια γνώση από τα του ταμείου. Άνθρωψ είναι και ο ταμίας, μπορεί να του τύχει κάτι σοβαρό και να πρέπει να τον αντικαταστήσεις. Που-χου, πώς να κάτσει στο πόστο του όταν πρέπει να ξύσει τη μουνάρα του σούπερβάιζορ, ώστε να βιώσει τις προοπτικές ανέλιξης που του υπεσχέθησαν άμα τη προσλήψει του; Μπορεί βέβαια όλο το μαγαζί να ξύνει τη μουνάρα του σούπερβάιζορ κι ο σούπερβάιζορ με τη σειρά του, τη μουνάρα κάποιου υψηλότερα ισταμένου κι όλο μαζί το τιμ να ξύνει, μετά σπουδής και μανίας, μία τεράστια, θεόρατη μουνάρα κι όλοι να είναι μια ευτυχισμένη επιχείρηση με δυναμική παρουσία στο χώρο τ__ ____ [συμπλερώστε μονάχοι σας] και προοπτικές εξάπλωσης όπως η νόσος τ__ _____ [ομοίως].
Υποθέτω πως οι είκοσι ρεζουμέδες που διεμοίρασα, προκάλεσαν την ίδια εντύπωση που θα προκαλούσε ο Μίστερ Μπούτια ντυμένος νεράιδα. Ουδέν τηλεφώνημα, ουδέν απειλητικό ιμέιλ, έστω για να με βρίσουνε που τόλμησα να πατήσω τα άγια χώματα του καταστήματός τους και να διανοηθώ πως θα μπορούσα να είμαι ένας επίλεκτος: ένας πωλητής στο κατάστημά τους.
Υπήρξε, βέβαια και μία φωτεινή εξαίρεση. Η υπεύθυνη ενός καταστήματος [ω ναι, η υπεύθυνη χερσέλφ βγήκε απ'το γραφείο της για να δει σε ποιόνανε ανήκε ο ρεζουμές] μου είπε πως με θέλει, με ποθεί, σβηνειχάνεταιμακριάμου και θα με πάρει τηλέφωνο αύριο-μεθαύριο για να κανονίσομε τες λεπτομέριες.
Χαουέβα, επειδή το "αύριο-μεθαύριο" παρήλθε, αι ελπίδαι σβήκανε. Δε θα προσληφθώ. Λογικά κάποιος μη καπνιστής με βραβείο νόμπελ, εξαιρετική μυρωδιά, τέλεια φωνή, πάλλευκα δόντια, λεπτά δάχτυλα, κατάξανθα μαλλιά, μπλε μάτια, με το φως των αγγέλωνε να τον λούζει και το σημάδι της υψίστου σοφίας του κυρίου ημών ξενοφόντα ζολώτα, με εξάλειψε απ'το χάρτη. Με το καλό και τις ευχές μου διά μίαν καλήν σταδιοδρομίαν.
Σε σέξε σοπ δεν έχω δώσει ακόμα βιογραφικά. Αυτά νεξτ γουίκ.
Ποίηση! Διότι αν αφήσουμε το ταλέντο, ατροφεί:
Σ'εκείνο το μικρό ντουλάπι
πο'χεις τα λουλούδια σου,
μισή ζωή σου άφησα.
Απέναντί σου μη κοιτάς,
έναν καθρέφτη έχεις.
Βάλε και τ'αρχίδια μέσα.
Διότι είναι, εν τέλει, μια επιστήμη. Πρέπει, όσο να πεις, να μπορείς να κάνεις ένα υποτυπώδες πι-αρ, γιατί το θέμα δεν είναι να εξυπηρετήσεις τον εκάστοτε πελάτη, αλλά να τον κάνεις να θέλει να ξαναέρθει. Επίσης, πρέπει να χειρίζεσαι τα διάφορα γραφειοκρατικά με μία σχετική άνεση, γιατί αν το σούπερβάιζορ έχει κανονίσει να ξύσει τη μουνάρα του, ποιος θα ασχοληθεί με τις παραγγελίες; Συν τοις άλλοις, είναι επιθυμητή και μια γνώση από τα του ταμείου. Άνθρωψ είναι και ο ταμίας, μπορεί να του τύχει κάτι σοβαρό και να πρέπει να τον αντικαταστήσεις. Που-χου, πώς να κάτσει στο πόστο του όταν πρέπει να ξύσει τη μουνάρα του σούπερβάιζορ, ώστε να βιώσει τις προοπτικές ανέλιξης που του υπεσχέθησαν άμα τη προσλήψει του; Μπορεί βέβαια όλο το μαγαζί να ξύνει τη μουνάρα του σούπερβάιζορ κι ο σούπερβάιζορ με τη σειρά του, τη μουνάρα κάποιου υψηλότερα ισταμένου κι όλο μαζί το τιμ να ξύνει, μετά σπουδής και μανίας, μία τεράστια, θεόρατη μουνάρα κι όλοι να είναι μια ευτυχισμένη επιχείρηση με δυναμική παρουσία στο χώρο τ__ ____ [συμπλερώστε μονάχοι σας] και προοπτικές εξάπλωσης όπως η νόσος τ__ _____ [ομοίως].
Υποθέτω πως οι είκοσι ρεζουμέδες που διεμοίρασα, προκάλεσαν την ίδια εντύπωση που θα προκαλούσε ο Μίστερ Μπούτια ντυμένος νεράιδα. Ουδέν τηλεφώνημα, ουδέν απειλητικό ιμέιλ, έστω για να με βρίσουνε που τόλμησα να πατήσω τα άγια χώματα του καταστήματός τους και να διανοηθώ πως θα μπορούσα να είμαι ένας επίλεκτος: ένας πωλητής στο κατάστημά τους.
Υπήρξε, βέβαια και μία φωτεινή εξαίρεση. Η υπεύθυνη ενός καταστήματος [ω ναι, η υπεύθυνη χερσέλφ βγήκε απ'το γραφείο της για να δει σε ποιόνανε ανήκε ο ρεζουμές] μου είπε πως με θέλει, με ποθεί, σβηνειχάνεταιμακριάμου και θα με πάρει τηλέφωνο αύριο-μεθαύριο για να κανονίσομε τες λεπτομέριες.
Χαουέβα, επειδή το "αύριο-μεθαύριο" παρήλθε, αι ελπίδαι σβήκανε. Δε θα προσληφθώ. Λογικά κάποιος μη καπνιστής με βραβείο νόμπελ, εξαιρετική μυρωδιά, τέλεια φωνή, πάλλευκα δόντια, λεπτά δάχτυλα, κατάξανθα μαλλιά, μπλε μάτια, με το φως των αγγέλωνε να τον λούζει και το σημάδι της υψίστου σοφίας του κυρίου ημών ξενοφόντα ζολώτα, με εξάλειψε απ'το χάρτη. Με το καλό και τις ευχές μου διά μίαν καλήν σταδιοδρομίαν.
Σε σέξε σοπ δεν έχω δώσει ακόμα βιογραφικά. Αυτά νεξτ γουίκ.
Ποίηση! Διότι αν αφήσουμε το ταλέντο, ατροφεί:
Σ'εκείνο το μικρό ντουλάπι
πο'χεις τα λουλούδια σου,
μισή ζωή σου άφησα.
Απέναντί σου μη κοιτάς,
έναν καθρέφτη έχεις.
Βάλε και τ'αρχίδια μέσα.
Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010
lactose intolerant
Τελικά, έχω κι εγώ εκδορές. Ή τραύματα, δεν είμαι σε θέση να ξέρω. Το μόνο παρήγορο είναι πως μια μέρα, θα αιωρούμαι και θα στροβιλίζομαι κι εγώ κάπως έτσι:
υ.γ. Αν και φέρω δυσανεξία στη λακτόζη, είδα το "γάλα". Ναι, εβδομήντα χιλιάδες χρόνια μετά. Ναι, με γάμησε ανάποδα και ναι, το βρήκα εξαιρετικό.
υ.γ. Αν και φέρω δυσανεξία στη λακτόζη, είδα το "γάλα". Ναι, εβδομήντα χιλιάδες χρόνια μετά. Ναι, με γάμησε ανάποδα και ναι, το βρήκα εξαιρετικό.
Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010
Ουυυ...καμαράααντ..κομ, βρε, κομ.
Το ένστικτο της μάνας είναι γνωστό. Βέβαια στην περίπτωσή μου υπάρχουν δύο παράγοντες που διαφοροποιούν το όλο κόνσεπτ ριζικά: η μάνα μου είναι επίσης υδροχόος κι εγώ είμαι η μάνα μου. Επομένως, τι ένστικτο και παπαριές, δεν ήθελε και πολύ για να μου συστήσει μια φίλη της θέραπιστ που θα μου έκανε, λέει, γκεστάλτ.
Στο άκουσμα και μόνο της λέξης γκεστάλτ, φαντάστηκα μια φράου με σαδομαζό στολή [δερμάτινα, μάσκα, μπότες βέρμαχτ] και μαστίγιο, που θα με μαστίγωνε και θα με έδερνε ουρλιάζοντας σε άπταιστα γερμανικά "Ήσουν κακός καταθλιπτικός*! Σου αξίζει μία σοβαγή τιμωγία!". Σλατς-άουτς.
Αντί της φράου, με υποδέχτηκε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περσόνα, σκορπιός με σκορπιό, με την οποία σκοπεύω να συνεργαστώ με αγαστή σύμπνοια και να λύσω το υπαρξιακό αλαλούμ μου [το οποίο βέβαια τελευταία μου χαρίζει στιγμές ηχηρού και πηγαίου γέλωτος, που σημαίνει ότι επανήλθα στα νερά μου και ότι μπορώ να γίνω βετζετέριαν].
Φυσικά ακόμα δεν έχω καταλάβει τι στο διάολο είναι αυτό το γκεστάλτ. Προφανώς έψαξα στο φωτεινό παντογνώστη γκούγκολ, όπου μεταξύ άλλων βρήκα αυτό: Οικοδομώντας γνωστικοσυναισθηματικά ένα Γκεσταλτ δίνουμε νόημα σε αυτό που μας συμβαίνει.
ΔΕΝ
ΚΑΤΑΛΑΒΑ
ΧΡΙΣΤΟ
Ούτε Αλλάχ. Ευελπιστώ πως θα μάθω, συν τω χρόνω. Πέραν αυτού, έρχεται η Ute Lemper, τα ρούχα που άπλωσα θα στεγνώσουν τον Απρίλιο, ο λάπτοπας με ζεσταίνει περισσότερο απ'το καλοριφέρ και στα ικέα το μόνο που δεν πουλάνε [ακόμα] είναι το μουνί της μάνας τους. Που θα το δω να συμβαίνει κι αυτό: "KLAPPARMUN μουνί μάνας 8,90"
Ακολουθεί υποσημείωση:
*Καταθλιπτικός: κατά το "μια φορά δαπίτης, για πάντα δαπίτης" -που άκουσα προ αμνημονεύτων στην τηλεόραση- υπάρχει το "μια φορά σε κατάθλιψη, διά βίου καταθλιπτικός". Ο καταθλιπτικός δεν τελεί μονίμως υπό κατάθλιψιν, απλώς έχει τη ροπή. Άλλωστε η κατάθλιψις είναι αυτοτροφοδοτούμενη και τα λοιπά και τα λοιπά. Δε θα παραληρήσω.
Στο άκουσμα και μόνο της λέξης γκεστάλτ, φαντάστηκα μια φράου με σαδομαζό στολή [δερμάτινα, μάσκα, μπότες βέρμαχτ] και μαστίγιο, που θα με μαστίγωνε και θα με έδερνε ουρλιάζοντας σε άπταιστα γερμανικά "Ήσουν κακός καταθλιπτικός*! Σου αξίζει μία σοβαγή τιμωγία!". Σλατς-άουτς.
Αντί της φράου, με υποδέχτηκε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περσόνα, σκορπιός με σκορπιό, με την οποία σκοπεύω να συνεργαστώ με αγαστή σύμπνοια και να λύσω το υπαρξιακό αλαλούμ μου [το οποίο βέβαια τελευταία μου χαρίζει στιγμές ηχηρού και πηγαίου γέλωτος, που σημαίνει ότι επανήλθα στα νερά μου και ότι μπορώ να γίνω βετζετέριαν].
Φυσικά ακόμα δεν έχω καταλάβει τι στο διάολο είναι αυτό το γκεστάλτ. Προφανώς έψαξα στο φωτεινό παντογνώστη γκούγκολ, όπου μεταξύ άλλων βρήκα αυτό: Οικοδομώντας γνωστικοσυναισθηματικά ένα Γκεσταλτ δίνουμε νόημα σε αυτό που μας συμβαίνει.
ΔΕΝ
ΚΑΤΑΛΑΒΑ
ΧΡΙΣΤΟ
Ούτε Αλλάχ. Ευελπιστώ πως θα μάθω, συν τω χρόνω. Πέραν αυτού, έρχεται η Ute Lemper, τα ρούχα που άπλωσα θα στεγνώσουν τον Απρίλιο, ο λάπτοπας με ζεσταίνει περισσότερο απ'το καλοριφέρ και στα ικέα το μόνο που δεν πουλάνε [ακόμα] είναι το μουνί της μάνας τους. Που θα το δω να συμβαίνει κι αυτό: "KLAPPARMUN μουνί μάνας 8,90"
Ακολουθεί υποσημείωση:
*Καταθλιπτικός: κατά το "μια φορά δαπίτης, για πάντα δαπίτης" -που άκουσα προ αμνημονεύτων στην τηλεόραση- υπάρχει το "μια φορά σε κατάθλιψη, διά βίου καταθλιπτικός". Ο καταθλιπτικός δεν τελεί μονίμως υπό κατάθλιψιν, απλώς έχει τη ροπή. Άλλωστε η κατάθλιψις είναι αυτοτροφοδοτούμενη και τα λοιπά και τα λοιπά. Δε θα παραληρήσω.
Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010
Μπλε
Δε θέλω,
____________γιατί
______αυτό
____________γιατί
______αυτό
___________________________θα ήταν
_________[για'μένα]
________________ ο χειρότερος
_____________________________ακρωτηριασμός
λάικ δις, άι'ντ σέι:
[ας μου μάθει κάποιος να φτιάχνω βιδεάκια. μπορώ να φκιάσω πολύ καλύτερα από τούτο -.-]
Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010
Φρονιμίτη, τον παίρνεις
Ως άνθρωπος έχων μηδενική παραγωγικότητα -και μέχρι να βρω δουλειά, που και πάλι σκατά παραγωγική θα είναι, αλλά τουλάχιστον θα πλερώνομαι και θα μπορώ να είμαι μια δυναμική και ανεξάρτητη γυναίκα- θα βγάλω άλλο ένα σώψυχό μου σ'ετούτο το βλογ.
Νοιώθω πως είμαι μια γιγάντια κουράδα. Έτσι λοιπόν, ψάχνω την ετυμολογία του λήμματος ή μάλλον λύματος, αλλά δε βρήκα τίποτα σχετικό. Προφανώς πρέπει να μην έχεις καθόλου ζωή για να κάθεσαι και να ασχολείσαι με την ετυμολογία της κουράδας.
Επομένως το έδαφος είναι εξαιρετικά πρόσφορο για να δώσω τη δική μου ερμηνεία. Είμαι ένας ερασιτέχνης της γλώσσας, ένας ανεξάρτητος γιώτα μι παναγιωτόπουλος και έχω φωνή.
Η πρώτη ερμηνεία που μπορώ να δώσω λοιπόν, είναι ότι προέρχεται από τη λέξη "κουρά", ή απλά το κούρεμα. Αυτό δικαιολογείται λόγω του σχήματος που μπορεί να έχει μία κουράδα, το οποίο και ομοιάζει με τις τούφες των μαλλιώνε που πέφτουν κατά την κουρά. Σο, κουρά->κουράδα->δερ γιου γκο.
Υπάρχει βέβαια και μία άλλη άποψη, πιο ανθρώπινη, θα έλεγα. Πιθανολογείται πως η λέξη προέρχεται από την "κούραση", ήτοι τον κάματο που καταβάλλεται κατά τη διαδικασία εξαγωγής της κουράδος εκ του απευθυσμένου. Σο, κούραση->κουράδα->δερ γιου γκο.
Ερευνώντας όμως τας διαφόρους διαλέκτους που υφίστανται τούτη τη στιγμή στην ελληνική επικράτεια, συναντούμε κι άλλη μία πιθανή προέλευση της λέξεως κουράδα. Η λέξις "κούρμπα", δάνειο εκ της γαλλικής [όπου κυκλοφορεί ως courbe] σημαίνει καμπύλη ή κοιλάδα στη γλώσσα της φυσικής [εκεί με τα διαγράμματα στις ταλαντώσεις κουτουλού που ποτέ δεν καταλάβαμε ο ένας τον άλλο]. Και πάλι βρισκόμαστε σε μία λέξη που χαρακτηρίζει ένα αντικείμενο [την κουράδα, εν προκειμένω] εκ του σχήματός του, όπως και στην πρώτη περίπτωση. Ωστόσο, προκειμένου η παράγωγη λέξις να είναι εύηχη, δεν αρκεστήκαμε στο να την κάνουμε "κουρμπάδα". Άλλωστε θα θύμιζε το κουρμπάν, δηλαδή το σφάγιον και θα ήτο τουλάχιστον άπρεπον. Σο, courbe->κούρμπα->κουρμπάδα->κουράδα->δερ γιου γκο.
Εφ'όσον είμαστε στα της γαλλικής, θα δώσω μία ακόμη εκδοχή όσον αφορά στην προέλευση της λέξεως "κουράς". Υπάρχει το ρήμα courir, που σημαίνει "τρέχω". Όπως και να'χει, διάρροια ή μη, η κουράς είναι κουράς και αιτείται άμεσου εξόδου, άρα υπάρχει ένα κάποιο τρέξιμο πριν τη διαδικασία εξόδου της. Σο, courir->κουράδα->δερ γιου γκο.
Στην κατοχή -αν θυμάμαι καλά και *όχι* από προσωπικό βίωμα- καθώς και στο στρατό -αυτό σίγουρα ***ΟΧΙ*** από προσωπικό βίωμα, γιατί εγώ στο στρατό ούτε για να ξεράσω- υπήρχε ένας ιδιαίτερος όρος για το ψωμί. Επρόκειτο για ένα πιτυρούχο ψωμί κατωτάτου ποιότητος, που ονομαζόταν "κουραμάνα". Επομένως, σκατά το ψωμί, σκατά και η κουράς, γιατί να μη συσχετισθούν; Θεωρία η οποία εξηγείται και βάσει του σχήματος, γιατί φαντάζεσθε χάου δε φάκιν μπρεντ λουκντ. Βέβαια, δε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η ίδια λέξις και για τα δύο, για τον απλούστατο λόγο ότι υπάρχει μία οικογενειακή σχέση μεταξύ τους: η κουραμάνα, είναι η μάνα, η αιώνια τροφός. Έτσι, η κόρη της, που ουσιαστικά είναι η μάνα πολτοποιημένη, δε θα μπορούσε να λέγεται κουρακόρη. Σο, κατά το Αλαμάνα->αλάδα->Ελλάδα [που ναι, βρήκα και την προέλευση του ονόματος τούτης της χώρας, δοξάστε με], έχουμε ομοίως το κουραμάνα->κουράτσα [που όμως μοιάζει με το κυράτσα που είναι και κύριο όνομα σε κάποιες περιοχές οπότε φτάσαμε στο]->κουράδα->δερ γιου γκο.
Μέχρι στιγμής, αυτές είναι οι θεωρίες επί της προελεύσεως της λέξεως "κουράδα". Οι γλωσσολογικές έρευνες συνεχίζονται ακαταπαύστως και τα πορίσματα ελέγχονται, διασταυρώνονται και εν συνεχεία θα κυκλοφορήσουν σε δερματόδετη έκδοση απ'το βιβλιοπωλείο "Νέα Ελλάς".
Ξέρω πως αναμένετε το ποιητικό ντιζέρτ στο τέλος, αλλά σήμερα θα κάνουμε μια εξαίρεση. Είναι τόσες οι άνωθεν πληροφορίες, που σας αφήνω να τις επεξεργαστείτε. Τρατάρω όμως ένα βίδεο, έτσι για να μη μου μείνετε χωρίς αντίδωρο.
Νοιώθω πως είμαι μια γιγάντια κουράδα. Έτσι λοιπόν, ψάχνω την ετυμολογία του λήμματος ή μάλλον λύματος, αλλά δε βρήκα τίποτα σχετικό. Προφανώς πρέπει να μην έχεις καθόλου ζωή για να κάθεσαι και να ασχολείσαι με την ετυμολογία της κουράδας.
Επομένως το έδαφος είναι εξαιρετικά πρόσφορο για να δώσω τη δική μου ερμηνεία. Είμαι ένας ερασιτέχνης της γλώσσας, ένας ανεξάρτητος γιώτα μι παναγιωτόπουλος και έχω φωνή.
Η πρώτη ερμηνεία που μπορώ να δώσω λοιπόν, είναι ότι προέρχεται από τη λέξη "κουρά", ή απλά το κούρεμα. Αυτό δικαιολογείται λόγω του σχήματος που μπορεί να έχει μία κουράδα, το οποίο και ομοιάζει με τις τούφες των μαλλιώνε που πέφτουν κατά την κουρά. Σο, κουρά->κουράδα->δερ γιου γκο.
Υπάρχει βέβαια και μία άλλη άποψη, πιο ανθρώπινη, θα έλεγα. Πιθανολογείται πως η λέξη προέρχεται από την "κούραση", ήτοι τον κάματο που καταβάλλεται κατά τη διαδικασία εξαγωγής της κουράδος εκ του απευθυσμένου. Σο, κούραση->κουράδα->δερ γιου γκο.
Ερευνώντας όμως τας διαφόρους διαλέκτους που υφίστανται τούτη τη στιγμή στην ελληνική επικράτεια, συναντούμε κι άλλη μία πιθανή προέλευση της λέξεως κουράδα. Η λέξις "κούρμπα", δάνειο εκ της γαλλικής [όπου κυκλοφορεί ως courbe] σημαίνει καμπύλη ή κοιλάδα στη γλώσσα της φυσικής [εκεί με τα διαγράμματα στις ταλαντώσεις κουτουλού που ποτέ δεν καταλάβαμε ο ένας τον άλλο]. Και πάλι βρισκόμαστε σε μία λέξη που χαρακτηρίζει ένα αντικείμενο [την κουράδα, εν προκειμένω] εκ του σχήματός του, όπως και στην πρώτη περίπτωση. Ωστόσο, προκειμένου η παράγωγη λέξις να είναι εύηχη, δεν αρκεστήκαμε στο να την κάνουμε "κουρμπάδα". Άλλωστε θα θύμιζε το κουρμπάν, δηλαδή το σφάγιον και θα ήτο τουλάχιστον άπρεπον. Σο, courbe->κούρμπα->κουρμπάδα->κουράδα->δερ γιου γκο.
Εφ'όσον είμαστε στα της γαλλικής, θα δώσω μία ακόμη εκδοχή όσον αφορά στην προέλευση της λέξεως "κουράς". Υπάρχει το ρήμα courir, που σημαίνει "τρέχω". Όπως και να'χει, διάρροια ή μη, η κουράς είναι κουράς και αιτείται άμεσου εξόδου, άρα υπάρχει ένα κάποιο τρέξιμο πριν τη διαδικασία εξόδου της. Σο, courir->κουράδα->δερ γιου γκο.
Στην κατοχή -αν θυμάμαι καλά και *όχι* από προσωπικό βίωμα- καθώς και στο στρατό -αυτό σίγουρα ***ΟΧΙ*** από προσωπικό βίωμα, γιατί εγώ στο στρατό ούτε για να ξεράσω- υπήρχε ένας ιδιαίτερος όρος για το ψωμί. Επρόκειτο για ένα πιτυρούχο ψωμί κατωτάτου ποιότητος, που ονομαζόταν "κουραμάνα". Επομένως, σκατά το ψωμί, σκατά και η κουράς, γιατί να μη συσχετισθούν; Θεωρία η οποία εξηγείται και βάσει του σχήματος, γιατί φαντάζεσθε χάου δε φάκιν μπρεντ λουκντ. Βέβαια, δε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η ίδια λέξις και για τα δύο, για τον απλούστατο λόγο ότι υπάρχει μία οικογενειακή σχέση μεταξύ τους: η κουραμάνα, είναι η μάνα, η αιώνια τροφός. Έτσι, η κόρη της, που ουσιαστικά είναι η μάνα πολτοποιημένη, δε θα μπορούσε να λέγεται κουρακόρη. Σο, κατά το Αλαμάνα->αλάδα->Ελλάδα [που ναι, βρήκα και την προέλευση του ονόματος τούτης της χώρας, δοξάστε με], έχουμε ομοίως το κουραμάνα->κουράτσα [που όμως μοιάζει με το κυράτσα που είναι και κύριο όνομα σε κάποιες περιοχές οπότε φτάσαμε στο]->κουράδα->δερ γιου γκο.
Μέχρι στιγμής, αυτές είναι οι θεωρίες επί της προελεύσεως της λέξεως "κουράδα". Οι γλωσσολογικές έρευνες συνεχίζονται ακαταπαύστως και τα πορίσματα ελέγχονται, διασταυρώνονται και εν συνεχεία θα κυκλοφορήσουν σε δερματόδετη έκδοση απ'το βιβλιοπωλείο "Νέα Ελλάς".
Ξέρω πως αναμένετε το ποιητικό ντιζέρτ στο τέλος, αλλά σήμερα θα κάνουμε μια εξαίρεση. Είναι τόσες οι άνωθεν πληροφορίες, που σας αφήνω να τις επεξεργαστείτε. Τρατάρω όμως ένα βίδεο, έτσι για να μη μου μείνετε χωρίς αντίδωρο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)