Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Αντικειμενική δημοσιογραφία

Η ιστορία είναι σύντομη. Χθες, έγραψα μία επιστολή, αρχικά στα ελληνικά. Έπειτα, τη μετέφρασα στα γαλλικά και την έστειλα σε ένα αυτοαποκαλούμενο ανεξάρτητο σάιτ -θα μου πεις, ανεξάρτητο και του nouvel observateur, δεν υπάρχει περίπτωση. Αλλά ήλπιζα σε μια όσο το δυνατόν απαλή παραποίηση των όσων έγραψα. Μα η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις: όχι μόνο το κείμενό μου δημοσιεύτηκε [λινκ] εντελώς παραποιημένο, αλλά η δημοσιογράφος μου το παρουσίασε ως ορθογραφικό και γραμματικό έλεγχο και περικοπή ακατανόητων λέξεων κι εκφράσεων. Είδα, επίσης, ότι με κάποιο τρόπο πέρασε και στην Ελλάδα [λινκ], μεταφρασμένο και ακόμα πιο παραποιημένο. Μου έβαλαν και φωτογραφία, βεβαίως. Διότι προφανώς κάθομαι βράδυ σε μια προβλήτα και πίνω μπύρες, πίνω μπύρες, πίνω μπύρες. Ιδού, λοιπόν, το ακριβές ελληνικό κείμενο: Υποθέτω πως είμαι μία ακόμα κλασσική περίπτωση Έλληνα που έχει αφήσει τη χώρα του, προς αναζήτησιν καλυτέρων συνθηκών ζωής και προοπτικών εξέλιξης. Ίσως, επιφανειακά, να τοποθετούμαι κι εγώ ως ένας ακόμη Έλληνας ο οποίος σε πλήρη απόγνωση έφυγε με τυχαίο προορισμό, με την ελπίδα πως «εκεί» θα είναι καλύτερα. Ωστόσο, χωρίς να είναι ο στόχος μου να προσποιηθώ πως είμαι κάτι το διαφορετικό, η περίπτωσή μου απέχει αρκετά. Κατ’αρχάς, έφυγα απ’τη χώρα μου επειδή από καιρό είχα αποφασίσει να φύγω –κι η απόφασή μου αυτή, κάθε άλλο παρά στερείτο προορισμού. Είχα εξ’αρχής επιλέξει τη Γαλλία, γνωρίζοντας στο μέτρο του δυνατού για έναν μη-κάτοικο της χώρας άρα ουσιαστικά εξωτερικό παρατηρητή και φυσικά εξ’ορισμού δέκτη της εικόνας της χώρας εκτός των συνόρων της. Πίστευα ανέκαθεν πως η Γαλλία μπορούσε να μου δώσει το έδαφος για να διδαχθώ, εξελιχθώ, δημιουργήσω και υπάρξω καλλιτεχνικά [καθ’ότι αυτό είναι ευτυχώς ή δυστυχώς το επάγγελμά μου], όπως άλλωστε έκανε πάντα στην ιστορία της: το Παρίσι ήταν το κατ’εξοχήν καλλιτεχνικό καταφύγιο, η πόλη που στέγαζε κι έτρεφε κάθε καλλιτέχνη-παρία, εξόριστο ή αυτοεξόριστο. Ρομαντικό; Ίσως. Μα αληθές. Έπειτα πέρασε ο καιρός κι άφησα τις σπουδές μου στη βιολογία χωρίς να πάρω πτυχίο [προφανής συνέπεια] κι εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, για να ασχοληθώ αποκλειστικά με την τέχνη. Ήταν τότε, στο πρώτο εξάμηνο του 2010, που ξέσπασε πλέον ξεκάθαρα η κρίση. Ήταν τότε που ξεκίνησαν οι πρώτες μεγάλες διαδηλώσεις κι ας ήταν συγκριτικά μικρές σε σχέση με τις πλέον πρόσφατες, δεδομένης της δυσπιστίας του ευρέως κοινού. Ήταν τότε που εμφανώς και άνευ αιδούς η αστυνομία –άρα το κράτος- επιτείθετο στους πολίτες, ξεκάθαρα ή μεταμφιεσμένη σε «αναρχικούς» κι ήταν τότε που [διακριτικά] μας μπλόκαραν μέσα στο σταθμό του Συντάγματος, για να πνιγούμε εν αγνοία μας από τα χημικά αέρια που συμβατικά ονομάζαμε ακόμα καπνογόνα και δακρυγόνα. Ήταν, επίσης, τότε που είδα μπροστά μου να καίγεται μια τράπεζα στο κέντρο της πόλης –στο κέντρο της πόλης μου- και τρεις άνθρωποι να σκοτώνονται, εκ των οποίων η μία έγκυος. Κι ήταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, προσπαθώντας μέσα από τη φλεγόμενη και κυριολεκτικά διαμελισμένη σε ερείπια πόλη μου να επιστρέψω στο σπίτι μου, που αποφάσισα πως πλέον ήταν η καταλληλότερη στιγμή για να φύγω από τη χώρα. Παρ’όλα αυτά, λόγω προσωπικών και αντικειμενικών θεμάτων, η αποχώρησή μου δεν ήταν εφικτή, παρά μόνο την 25η Σεπτεμβρίου κι αφού είχα γίνει δεκτός στο τμήμα Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαιολογίας της Ντιζόν. Επιτέλους, θα μπορούσα να σπουδάσω αυτό που ήθελα και να ζήσω –δουλεύοντας, φυσικά- στη χώρα που τόσο αγαπούσα! Όσο για τα χρήματα που μου χρειάζονταν γι’αυτό το νέο μου ξεκίνημα, δανείστικα ένα μικρό κεφάλαιο, αφού έτσι κι αλλιώς οι προσφορές εργασίας στη Γαλλία ήξερα πως είναι παραπάνω από αρκετές. Κι εγώ, για να επιταχύνω την εισροή χρημάτων στον προϋπολογισμό μου, ήμουν πραγματικά διαθέσιμος ν’ακολουθήσω οποιοδήποτε επάγγελμα. Κι ήρθα. Και ξαφνικά, μου ζητήθηκε βίζα κι άδεια παραμονής, παρά το ότι η χώρα μου είναι ένα από τα αρχαιότερα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Και μου ζητήθηκαν πρόσθετα έγγραφα ως εγγύηση για να νοικιάσω ένα σπίτι, διότι «ξέρετε, η χώρα σας δεν είναι πια και τόσο αξιόπιστη» -για να είμαι ακριβής στη μεταφορά των λόγων της υπαλλήλου του μεσιτικού γραφείου. Κι άρχισα να στέλνω βιογραφικά –και γράμματα!- σε κάθε πόστο που έβλεπα. Κυριολεκτικά. Αν έστειλα ψεύτικα βιογραφικά; Μα φυσικά. Μπορεί να μην έχω δουλέψει ως γκρουμ ή ως ρεσεψιονίστ, μα σε διαβεβαιώ, μπορώ να καθαρίσω ένα δωμάτιο και να χειριστώ ένα λογισμικό κρατήσεων, μετά από πολύ σύντομη εκπαίδευση. Οι απαντήσεις αργούσαν να έρθουν, μα θεώρησα πως ήταν φυσιολογικό. Συνέχισα να στέλνω βιογραφικά, οι επιλογές μου πλήθαιναν: λάντζα, υπάλληλος στη λαχαναγορά, πωλητής ψαριών κι αλλαντικών σε σούπερ μάρκετ –ειλικρινώς μην υποτιμώντας ουδεμία εξ’αυτών των θέσεων. Ουδεμία απάντηση, πλην μίας κλήσης για συνέντευξη σε αμερικανική αλυσίδα φαστ-φουντ, η οποία κατέληξε σε υπόσχεση πρόσληψης [μου δόθηκαν και οδηγίες για να βρω το κτίριο όπου θα υπέγραφα την αορίστου χρόνου σύμβασή μου], η οποία, ωστόσο, πρόσληψη εμφανώς δεν έγινε ποτέ. Υπό την πίεση του χρόνου και του συνεχώς μειούμενου [δανεικού] προϋπολογισμού μου, αποφάσισα να αυξήσω τις πιθανότητες, αναζητώντας εργασία στη Λυών. Μετά από πολλά βιογραφικά, μία κλήση για συνέντευξη για μία θέση πωλητή ειδών διακόσμησης –όχι, για τις θέσεις πωλητή το βιογραφικό μου δεν ήταν ψεύτικό, μα εντελώς αληθινό. Δέχτηκα ερωτήσεις πάνω στο γιατί είμαι στη Γαλλία, αν έχω οικογένεια εδώ και πώς γίνεται να μιλάω γαλλικά. Απάντησα ειλικρινώς και φυσικά, δεν έλαβα ποτέ κλήση για να περάσω από δεύτερη συνέντευξη. Δεδομένων των ερωτήσεων που δέχτηκα στις συνεντεύξεις, θεώρησα πως δεχόμουν μία υπόγεια κι εκλεπτυσμένη διάκριση, μα οι κατηγορίες δεν έχουν πια καμία σημασία. Σε μια προσπάθεια διάσωσης των χρημάτων μου, άφησα την Ντιζόν. Κατά συνέπεια και τις σπουδές μου –για δεύτερη φορά. Βρίσκομαι πλέον στο νότο της Γαλλίας, φιλοξενούμενος σε φιλικό σπίτι κι εν αναμονή απαντήσεων στα βιογραφικά που εξακολουθώ να στέλνω. Οι απαντήσεις, όταν υπάρχουν, εξακολουθούν να είναι αρνητικές. Κι εγώ, έχοντας πια αποδομήσει εντελώς τη χώρα του « liberté, égalité, fraternité », ψάχνω πια καθημερινά σε ποιο σημείο αυτού του πλανήτη θα μπορέσω να εγκατασταθώ, για να μπορέσω να δώσω ό,τι έχω να δώσω. Κι είναι αυτό που μου τρώει τα σωθικά, πως ξέρω ότι μπορώ να κάνω τα πάντα. Κι ακολουθεί και το γαλλικό, σε περίπτωση που θέλεις: Je suppose que je suis un cas classique de plus, d’un grec qui a quitté son pays à la recherche de meilleures conditions de vie et perspectives d’évolution. Sans doute, superficiellement, je suis classifié même moi comme un grec de plus qui, en plein désespoir, est parti vers une destination quiconque, avec l’espoir que « là » il serait mieux. Néanmoins, sans avoir comme cible de prétendre que je suis quelque chose de différent, mon cas a des point spécifiques qui le rendent juste un peu plus original. Tout d’abord, j’ai quitté mon pays, car depuis longtemps j’avais décidé de partir –et cette décision n’était pas du tout privée de destination. J’avais, dès le début, choisi la France, en la connaissant le plus clairement que possible pour un non-habitant de ce pays, donc par conséquent un observateur extérieur et évidemment par définition récepteur de l’image de ce pays, en dehors de ses frontières. Je croyais depuis toujours que la France pouvait bien me donner le sol pour m’enseigner, m’évoluer, créer et exister artistiquement [vu que l’art et heureusement ou pas mon métier], comme elle l’avait fait d’ailleurs toujours au cours de sa longue histoire : Paris était par excellence le refuge artistique, la cité qui abritait et nourrissait chaque artiste paria, exilé ou auto-exilé. Romantique ? Sans doute. Mais vrai. Le temps est passé et j’ai quitté mes études en biologie sans en obtenir le diplôme –conséquence évidente- et je me suis installé à Athènes, pour que je m’occupe exclusivement de l’art. C’était là, en février 2010, où cette crise avait clairement éclaté. C’était là où les premières grandes protestations avaient commencé, même si elles étaient moins signifiantes comparées à celles qu’on voit actuellement, étant donnée la méfiance du grand public. C’était là où apparemment et sans honte la police, donc l’état, s’attaquait aux citoyens, nettement ou déguisée en « anarchiste » et c’était là où –discrètement- elle nous bloquait dans la station du métro la plus centrale, pour nous étouffer à notre insu avec des armes chimiques, qu’on appelait encore conventionnellement des « fumigènes et lacrymogènes ». C’était là, aussi, où j’ai vu à mes propres yeux une banque au centre-ville, au centre de ma ville, se brûler, attaquée par ces « anarchistes » et trois personnes se tuer [l’une d’entre elles une femme enceinte]. Et c’était exactement en ce moment-là, en retournant chez moi entouré de ma ville enflammée et amputée en ruines, que j’ai décidé que c’était l’heure pour moi de partir de mon pays natal. Néanmoins, en raison de difficultés personnelles mais aussi « techniques », mon départ n’a pas eu lieu que le 25 septembre 2011 et après avoir été admis au département de l’histoire de l’art de Dijon. Enfin, j’avais la chance de faire des études qui m’intéressaient et vivre –et travailler, bien sûr- dans le pays que j’aimais tant ! Quant à l’argent dont j’avais besoin pour cette nouvelle démarche, j’ai emprunté un petit capital, vu que je savais de toute façon que les offres de travail en France étaient plus que nombreuses. Et moi, pour accélérer l’afflux d’argent dans mon budget, j’était franchement déterminé à exercer n’importe quel métier. Et je suis venu. Et tout d’un coup, un visa et un permis de séjour m’ont été demandés, malgré le fait que mon pays reste un membre –des plus anciens- de l’Union Européenne et de la zone de l’Euro. Et on m’a demandé des justificatifs supplémentaires comme garantie pour louer un appartement, parce que « vous voyez, votre pays n’est plus assez fiable » -pour reproduire fidèlement les paroles de l’employée de l’agence immobilière. Et j’ai commencé à envoyer des CV et des lettres de motivation –d’ailleurs, j’étais motivé !- à tout poste que je trouvais. Littéralement. Si j’ai envoyé des CV faux ? Bien sûr. Je n’ai jamais travaillé comme valet de chambre ou comme réceptionniste, mais je te rassure, je suis absolument apte à nettoyer et aménager une chambre et à utiliser des logiciels de réservations. J’ai juste besoin d’une formation extrêmement courte. Les réponses s’attardaient, c’était normal. J’ai continué à envoyer des CV, mes choix se multipliaient : plongeur, employé au marché de légumes, vendeur de poissons et de charcuterie dans un supermarché, équipier polyvalent partout –honnêtement sans sous-estimant aucun de ces métiers. Aucune réponse, sauf un appel pour un entretien par une entreprise de restauration rapide, qui –après avoir eu comme pivot la crise grecque et son impact à l’économie occidentale- s’est aboutit à une promesse d’embauche [on m’a même donné des directions pour trouver le bâtiment où je signerais mon contrat de durée indéterminée] qui, toutefois, ne s’est apparemment jamais réalisée. Sous la pression du temps et de mon constamment diminué et prêté budget, j’ai décidé d’augmenter les possibilités en recherchant du travail à Lyon. Après un grand nombre des CV, voilà un appel pour un entretien, pour un poste de vendeur en objets de décoration et meubles –à propos, non, mon CV pour les postes de vendeur n’est guère faux mais absolument franc. Alors, j’ai reçu des questions sur les raisons pour lesquelles je suis en France, comment est-il possible que je parle français et si j’ai de la famille ici. J’ai répondu franchement et bien entendu, je n’ai jamais reçu un appel pour passer un deuxième entretien. Etant données les questions qu’on m’a posé pendant ces entretiens, je me suis considéré comme récepteur d’une discrimination souterraine et subtile, mais les accusations n’ont plus aucune importance. En essayant de sauvegarder mon budget, j’ai quitté Dijon. En conséquence, j’ai aussi quitté mes études –pour la seconde fois. Je me trouve actuellement dans le sud de la France, accueilli par des amis et en attente de réponse aux CV que je continue à envoyer. Les réponses, quand il en existe, continuent à être négatives. Et moi, ayant absolument déconstruit le pays du « liberté, égalité, fraternité », je recherche quotidiennement sur quel point de cette planète je pourrai m’installer, pour que je puisse donner tout ce que j’ai à donner. Et c’est cela qui me ronge les entrailles, que je sais que je peux tout faire.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Θέλω να γράψω ένα τραγούδι.

Βεβαίως! Είμαι κι εγώ άνθρωπος με συναισθήματα κι αφού ξέρω να βάζω τις λέξεις σε σειρά, θα γράψω ένα τραγούδι. Τι πιο φυσιολογικό; Θέλω θέλω θέλω το τραγούδι μου να βγάζει πρωτογενή πόνο. Ω ναι. Θα ξεκινήσω απλά: όλα όπως τ'άφησες είναι -ναι ναι, αυτό μου κάνει καλό για βάση. Χμ, "όλα όπως τ'άφησες είναι", ας το εξελίξω λίγο. Α! Ορίστε: στην κουζίνα ένα ποτήρι! Τέλειο! Τι πιο περιγραφικό; Στην κουζίνα ένα (1) ποτήρι! Θα μου πεις, πολύ αφαιρετικό. Ε θα δώσω υπόσταση στο ποτήρι λοιπόν. Στην κουζίνα ένα ποτήρι περιμένει το στόμα σου. Τέλειο. Εξαιρετικό. Μπράβο μου! ..βέβαια, ένα ποτήρι που περιμένει ένα στόμα είναι μια τρομακτική εικόνα. Από τη μία ένα ποτήρι γεμάτο προσμονή κι απ'την άλλη ένα στόμα που μετακινείται μόνο του, αυτοβούλως; Τρόμος. Το σώζω: [κόμμα] περιμένει το σώμα σου. Ιδού, τώρα το στόμα κόλλησε στο σώμα, το ταυ που κάνει τη διαφορά φόρος τιμής στην ελατή ελληνική γλώσσα κι όλα απέκτησαν ειρμό. Ωραία, λοιπόν. Πώς συνεχίζω; Έχω να πάω και σούπερ μάρκετ ρε πούστη, σκόνταψα στο πουθενά προχθές και πέταξα τον μισό καφέ μου στην κουρτίνα του σαλον---κουρτίνα! Το'χω: όλα όπως τ'άφησες είναι, στις κουρτίνες ο λεκές μου. Μπα, πολύς ρεαλισμός. Ήταν κι αυτή μεγάλο καριόλι, όμως. Μου ρέει ο πληγωμένος εγωισμός απ'τα αυτιά. Τέλος πάντων. Τι να τις κάνω τις κουρτίνες; Ερμχφχ.. Θα ανάψω τσιγάρο, όχι, θα ανάψω τσιγ ---να'το: στις κουρτίνες φέγγει ακόμα η ανθρώπινη βρώμα σου. Όχι; Τότε χάου αμπάουτ "το πιο κόκκινο χρώμα σου"; Ε ναι. Ποίηση. Ρεφραίν θα γράψω μετά. Βαριέμαι, δε μου'ρχεται, έχω και κακό χανγκόβερ. Τι άλλο, τι άλλο.. Καλά, προφανώς όλα όπως τ'άφησες είναι -κι εδώ θα σου κάνω και παραλληλισμό με την πληγωμένη μου καρεδεγιά- ένα βιβλίο τσακισμένο. Μαλακία, θα μου πεις, αλλά θα σ'το σώσω: στη σελίδα που τ'άν -μισό, χτυπάει το τηλέφωνο και μάλλον είναι από τη δουλειά. [εδώ έχεις το χρόνο να ανάψεις τσιγάρο ή να φρεσκάρεις τον καφέ σου] Έλα, γύρισα. Τι έλεγα; Α, ναι. Στη σελίδα που τ'άν. Στη σελίδα πουτάν; Ερμ.. ναι όχι ναι, ειλικρινά δεν ξέρω τι σκεφτόμουν κι ειλικρινά μου αποσυντίθεται ο οίστρος κάθε φορά που συμβαίνει αυτό. Ένιγουέι, λογικά σώζεται. 18,2 είχα πάρει στην έκθεση, τι διάολο. Βουαλά: στη σελίδα που τ'άνοιξες. Ένα βιβλίο τσακισμένο στη σελίδα που τ'άνοιξες -γιατί, δεν είναι εικόνα εγκατάλειψης αυτή; Σαν να σ'έπιασε κόψιμο εκεί που διάβαζες Μπόρχες κι έφυγες τρέχοντας να εκτονώσεις την οργή του πεπτικού. Βέβαια αυτή έφυγε τύπου μόνιμα, αλλά η τέχνη έχει πάντα να κάνει με το τι προβάλλει ο καθένας πάνω στο δημιούργημα και το δικό μου δημιούργημα θέλω να είναι, παρά τα χρώματά του, ένας λευκός καμβάς που θα γιομίσει με τα δικά σου χρώματα. Βεβαίως! Τώρα, για να συνεχίσω, θέλω να προσπεράσω το όλα όπως τ'άφησες είναι, γιατί καταντά μουντό. Θα βάλω ένα όλα όπως τα'ξερες είναι, για να δώσω και τον τόνο του οικείου, διότι έχεις φάει ψωλί [συγγνώμη, σαρδαμάκι] κι αλάτι μέσα σ'αυτό το σπίτι, οπότε κοτσάρω και την κλασσική ελληνική εικόνα: ένα ρολόι σταματημένο, στο σημείο που τ'άφησες. Χμ, πολυφορεμένο. Α! Μια ζωή σταματημένη, όμως; Ε; Στο σημείο που την άφησες; Ε; Ε! Ε ναι, λοιπόν. Ναι. Βέβαια τώρα μένει το ρεφραίν -και πώς βαριέμαι.. Μισό, πάλι τηλέφωνο, μ'έχουν ταράξει σήμερα. "Ναι, παρακαλώ. [παύση] Α για την αγγελία, βεβαίως, πείτε μου. [παύση] Ναι, όχι, τριάρι είναι, διαμπερές. [παύση] Α όχι, όχι, εγώ βασ [παύση] Όχι όχι [παύση] Δεν το νοικιάζω [παύση] Κοιτάχτε, το πουλάω το σπίτι. [βαθειά παύση περισυλλογής] Ναι ναι θα περιμένω. [κλακ]" Συγκλονίστηκες κι εσύ ε; Κοίτα πώς άγγιξα τόσες και τόσο ευαίσθητες χορδές μέσα σου με μια τόσο καθημερινή πρόταση, το πουλάω το σπίτι, ε; Έχουμε ρεφραινάκι; Έχουμε ρεφραινάκι! Το πουλάω το σπίτι -κι ό,τι άγγιξες εσύ κι ό,τι κοίταξες εσύ κι ότι ζήσαμε μαζί -το πουλάω το σπίτι. Η μισή ζωή μου λύπη. Χμ. Ασχετάκι; Η μισή ζωή μου, η μισή ζωή μου.. η μισή ζωή μου λίπη; Κι η άλλη μισή; Υδατάνθρακες; Μα είναι προφανές, βλάκα: η μισή ζωή μου, ναι ναι ναι, λείπει. Φυσικά! Και ξέρεις γιατί; Δε γεμίζει μ'έναν άνθρωπο ένα σπίτι! Τέλειο. Πραγματικά -κι όχι από ναρκισσισμό- αυτό είναι από μόνο του ένα τρίλεπτο ψυχόδραμα. Θα φροντίσω να το δώσω σ'έναν άνθρωπο που τραγουδάει βγάζοντας ψυχή απ'την καρωτίδα του, ναι. Κάποιον με ιστορία και χαρακτήρα, ίσως ένα μπαρόκ απομεινάρι, με μια έμφυτη κλαούνα. Βρήκα: