Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Ας κάνουμε ένα ισπανικό!

Εδώ και καιρό δε γράφω τίποτα στο παρόν βλογ, επειδή κάθομαι και παρατηρώ τα όσα συμβαίνουν. Είναι αλήθεια πως υπάρχει μία περίεργη, κατ’άλλους ίσως και ανεξήγητη, κινητικότητα, καθώς και μία εξαιρετικά αυξημένη ροή πληροφοριών. Ξέρω πως πολλές απ’αυτές, θα μπορούσαν να είναι ακόμα και μέσα ψυχολογικού πολέμου, αν και θεωρώ πως το να αναλώνομαι σε θεωρίες συνωμοσίας και λοιπά ιντριγκαδόρικα σενάρια, είναι κάτι που προϋποθέτει ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο από το τρέχον.
Μολονότι είμαι άνθρωπος που δεν ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως για έννοιες όπως ταυτότητα, πατρίδα, εθνικότητα, θέλω –όπως και να’χει- τη χώρα στην οποία βρίσκομαι [ανεξαρτήτως του αν γεννήθηκα σ’αυτήν ή αν απλώς ήρθα εκ των υστέρων ή οτιδήποτε] να την αγαπώ. Θέλω να τη βλέπω υγιή. Θέλω να μπορώ να τραφώ, να ζήσω αξιοπρεπώς, ώστε να μπορώ κι εγώ με τη σειρά μου να της δώσω, σε αντάλλαγμα.
Αντ’αυτού, γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια χώρα κανιβαλιστική που «τρώει τα παιδιά της», μια έκφραση με την οποία σχεδόν γαλουχήθηκα. Έτσι, είχα δύο επιλογές. Ή να την αφήσω να με καταπιεί, ώστε να τη φάω μέσα από τα σωθικά της, ή να φύγω σαν κυνηγημένος προς μία άλλη, η οποία θα με αξιοποιήσει παραγωγικά και προς αμοιβαίο όφελος. Για δικούς μου λόγους, αποφάσισα το δεύτερο.
Παρ’όλα αυτά, η οικογενειακή εστία πάντα και σε κάθε άνθρωπο κατέχει μία συγκεκριμένη και ξεχωριστή θέση. Έτσι, δεν μπορώ να διαγράψω τα όσα συμβαίνουν εδώ και πολύ καιρό στην Ελλάδα, ούτε τον εντελώς λανθασμένο –αν και λογικό- τρόπο διαχείρισής τους από όλους μας. Σίγουρα υπάρχει συμπυκνωμένη οργή, σίγουρα νοιώθουμε αδικημένοι, σίγουρα μένουμε δικαιωματικά αμήχανοι μπροστά σε «όλα αυτά», αλλά το θέμα είναι πως δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο αυτή η κατάσταση μας κρατά καθηλωμένους.
Καθημερινά –και δεν είναι υπερβολή- βλέπω ότι καταλήγουμε να ξεσπάμε ο ένας στον άλλο, αντί να μιλήσουμε εκεί που πρέπει να μιλήσουμε. Ακούω κατηγορητήρια απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που δεν εξυπηρετεί κανέναν πια, ακούω μια βαθειά δυσαρέσκεια απέναντι σε εντελώς λανθασμένες κινήσεις, ακούω να έχουν εμπιστευτεί ένα αφερέγγυο κράτος. Και το χειρότερο; Μετά απ’όλα αυτά, ακούω να μαλώνουν επειδή το μπλε γίνεται πράσινο, επειδή το πράσινο φαινομενικά ήταν καλύτερο αλλά έγινε χειρότερο απ’το μπλε, ότι το κίτρινο μας βάζει να φαγωνόμαστε και το κόκκινο, μολονότι επαναστατικού ταμπεραμέντου, τελικά απλώς είναι έντονο και κάνει ένα κάποιο κοντράστ, αλλά ως εκεί. Α ναι, υπάρχει και το μαύρο, που νομίζαμε πως ήταν ουδέτερο, αλλά τελικά μάθαμε πως συνεργάζεται με ένα πιο σκούρο μπλε και προκαλεί επεισόδια κάθε που διαμαρτυρόμαστε, ώστε να μπορεί το σκούρο μπλε να επέμβει, να μας ψεκάσει με αρώματα και να γίνουν όλα μια μεγάλη γιορτή.
Μεταξύ μας, έχω βαρεθεί. Θεωρώ πως η όλη κατάσταση είναι, πασιφανώς πια, υπεράνω κάθε χρώματος, αρώματος και λοιπών διαχωριστικών άρα και διασπαστικών στοιχείων. Έχουμε ήδη πολλούς νεκρούς και πληγές για μία χώρα που θέλει να δηλώνει πως «ανήκομεν εις την Δύσιν». Οπότε, είναι η ώρα να στραφούμε σε κάτι διαφορετικό, κάτι πέρα απ’το να βγούμε χωρισμένοι βάσει χρώματος σε δεκαπέντε διαφορετικές πορείες, που κάθε μία έχει από τρία άτομα και μισό πανό.
Υποθέτω πως λίγο-πολύ, όλοι ξέρουμε τι γίνεται στην Ισπανία εδώ και μέρες. Είναι τόσο ωραίο που δεν έχουν υπάρξει παρατράγουδα και κυρίως, που τόσοι άνθρωποι βρίσκονται σε πλατείες και χωρίς βία ούτε ταυτότητα, ζητάνε κάτι το αυτονόητο: να κινηθούνε οι πολιτικοί προς όφελος των ανθρώπων.
Γνωρίζω πως οι Έλληνες έχουμε μεγαλώσει με μία πατερναλιστική αντίληψη περί κράτους, ωστόσο η στάση μας θα ταίριαζε σε ένα κράτος που θα μπορούσε να την υποστηρίξει. Με δυο λόγια, σε ένα κράτος πρόνοιας, που θα νοιαζόταν ουσιαστικά και έμπρακτα για τους πολίτες του. Τώρα, η στάση του κράτους μα κι αυτή των πολιτών είναι εντελώς λάθος και λόγω συγκυριών, θα έλεγα αυτοκαταστροφικές, έως και αυτοκτονικές.
Θέλω, λοιπόν, το ίδιο πράγμα να συμβεί κι εδώ. Έχουμε τα εχέγγυα, τους λόγους, τις αιτιολογήσεις μα και τη δύναμη, ώστε να κάνουμε ακριβώς ό,τι και οι Ισπανοί. Και μάλιστα, να το κάνουμε ακόμα καλύτερο. Να συγκεντρωθούμε στις κεντρικότερες πλατείες των πόλεών μας και να έρθεις κι εσύ με τη ριγέ μπλούζα, εσύ που λατρεύεις το μπάσκετ, εσύ που παίρνεις σύνταξη, εσύ που σιχαίνεσαι τις πέστροφες, εσύ που ακούς slayer, εσύ που ξέρεις να λες μόνο «αγκού», εσύ που το προτιμάς καυτό, όλοι ανεξαρτήτως κι ανεξαιρέτως. Με απολύτως ειρηνικό, ήρεμο και πολύχρωμο τρόπο και κυρίως με μία αξιοπρεπή στάση, όπως αρμόζει άλλωστε, να κινηθούμε ώστε να γίνει αντιληπτό κάτι το αυτονόητο: ότι το κράτος είναι εργαλείο μας, άρα πρέπει να δουλεύει προς όφελός μας.
Σημειώνω, επίσης, πως όλα τα παραπάνω δε μεταφράζονται σε «θα βγούμε να ρίξουμε την κυβέρνηση». Δεν έχει να κάνει με χρώματα, το είπα ήδη πολλές φορές. Αν πρέπει απαραιτήτως να μεταφραστεί κάπως, θα μπορούσε να είναι ως εξής: θα βγούμε να ζητήσουμε από το κράτος να δουλεύει πια για’μας.
Α ναι! Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο που διαθέσατε στο παραπάνω σεντόνι!